Νέα μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση έχουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης και σεξουαλική δυσλειτουργία, ενώ βιώνουν ως καταστροφικά πολλά γεγονότα στη ζωή τους, σε σύγκριση με τις υγιείς γυναίκες.

 

Οι ερευνητές, που αξιολόγησαν ψυχολογικούς και γνωστικούς παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τον πόνο που βιώνουν γυναίκες με ενδομητρίωση, κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες ακόμη και με ήπιο πόνο, έχουν υψηλά επίπεδα ανησυχίας.

 

Στη μελέτη έλαβαν μέρος 60 γυναίκες με διάγνωση ενδομητρίωσης σε νοσοκομείο της βόρειας Ιταλίας από τον Δεκέμβριο του 2016 μέχρι και τον Απρίλιο του 2018.  Η ομάδα ελέγχου περιλάμβανε 62 υγιείς γυναίκες από τον γενικό πληθυσμό.

 

Στην αρχή της μελέτης οι γυναίκες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς και έδωσαν συνέντευξη σε κλινικό ψυχολόγο και γυναικολόγο. Τρεις μήνες αργότερα, έγινε η ίδια διαδικασία.

Κατά την έναρξη της μελέτης, οι μεταγνωστικές πεποιθήσεις (τι πιστεύουν οι ασθενείς για τις σκέψεις τους και για το πώς λειτουργεί το μυαλό τους) προέβλεπαν εμφατικά ότι θα έχουν υψηλότερα επίπεδα σεξουαλική δυσλειτουργίας, ασχέτως από την υπάρχουσα  ένταση του πόνου ή σεξουαλική δυσλειτουργία που ήδη βίωναν.

 

Η ένταση του πόνου έχει σημασία. Ο πόνος επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής, τη σεξουαλική δυσλειτουργία και την κατάθλιψη, σύμφωνα με τους ερευνητές οι οποίοι τονίζουν ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση που συνοδεύεται από έντονο πόνο έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής σε σχέση με τις γυναίκες που έχουν ενδομητρίωση αλλά δεν πονούν πολύ.

 

Ομοίως, οι γυναίκες με ενδομητρίωση που δεν πονούν πολύ, φάνηκε ότι έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής σε σχέση με τις υγιείς γυναίκες. Η σεξουαλική δυσλειτουργία και τα συμπτώματα κατάθλιψης ήταν επίσης αυξημένα σε γυναίκες με ενδομητρίωση με έντονο πόνο, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν διατυπωθεί διάφορες γνωστικές και νευροφυσιολογικές υποθέσεις σχετικά με τη σχέση άγχους και εμπειρίας πόνου.

 

Για παράδειγμα, το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο χρόνιου πόνου και αναπηρίας, υποθέτει ότι η εμπειρία του πόνου είναι το αποτέλεσμα μιας δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.

 

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι στη μελέτη φάνηκε πως ο πόνος επηρεάζει διαφορετικούς τομείς ψυχικής υγείας των γυναικών με ενδομητρίωση, ενώ οι στρατηγικές αντιμετώπισης, οι μεταγνωστικές πεποιθήσεις και η ανησυχία που νιώθουν, μπορεί να είναι καθοριστικοί παράγοντες στην εμπειρία του πόνου και την ψυχολογική δυσφορία.

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι υπάρχει έλλειμμα στις γνωστικές στρατηγικές θετικής αντιμετώπισης, όπως ο σχεδιασμός νέων στόχων και η θετική επανεκτίμηση καταστάσεων, σε γυναίκες με ενδομητρίωση χαμηλού πόνου, σε σύγκριση με υγιείς γυναίκες.

 

Οι πεποιθήσεις κάθε γυναίκας για τις δικές της ανησυχίες, μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα έναν δυσλειτουργικό τρόπο αντιμετώπισης των στρεσογόνων παραγόντων, όπως παραδείγματος χάριν να θεωρεί καταστροφικά πολλά γεγονότα ή να «αναμασά» συνέχεια τα προβλήματά της.

 

Τρεις περιορισμοί της μελέτης είναι ο μικρός αριθμός συμμετεχουσών, η βραχυπρόθεσμη παρακολούθηση και η έλλειψη ελέγχου για συγκεκριμένα στοιχεία που μπορεί να έχουν μεταβληθεί από την αρχή μέχρι το τέλος της μελέτης, όπως η χειρουργική επέμβαση, η φαρμακευτική αγωγή, αλλά και το  στάδιο της νόσου.

 

«Τα στοιχεία αυτά έχουν αξιολογηθεί, αλλά δεν ήταν δυνατός ο έλεγχός τους, λόγω της υψηλής ετερογένειας του δείγματος και της πολυπλοκότητας της ενδομητρίωσης, που είναι μια πολύπλοκη κατάσταση, κατά την οποία ο έλεγχος αυτών των παραγόντων θα απαιτούσε μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος και κατηγοριοποίηση μιας σειράς μεταβλητών».

 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/07399332.2021.1959592?journalCode=uhcw20