Η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είναι σπάνια ασθένεια, με διαφορετικά συμπτώματα και πολύ συχνά περνούν χρόνια πριν διαγνωστεί, καθώς δεν υπάρχει η πείρα για να την αναγνωρίσουν ιατροί που δεν ασχολούνται ειδικά με την ενδομητρίωση.

 

Σε περιπτώσεις περινεϊκού κυκλικού  πόνου, με ή χωρίς προηγούμενη περινεϊκή βλάβη, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να ελέγχουν την πιθανότητα ενδομητρίωσης του περινέου, όπως έδειξε μία συστηματική ανασκόπηση σχετικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία της ενδομητρίωσης του αιδοίου και του περινέου.

 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, συνιστάται στους ιατρούς η διάγνωση μέσω κλινικής εξέτασης, υπερηχογραφήματος του περινέου και μαγνητικής τομογραφίας της πυέλου.

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είναι εξαιρετικά σπάνια και έχουν καταγραφεί μόνο περίπου 300 περιπτώσεις που αναφέρονται στη βιβλιογραφία από το 1923. Στις 90 μελέτες από τις οποίες πήραν στοιχεία οι ερευνητές, συμμετείχαν 283 ασθενείς, με μέση ηλικία 32,7 ετών.

 

Το 95,3% των ασθενών που έπασχαν από ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είχαν υποβληθεί σε επισιοτομία, είχαν  περινεϊκό τραύμα, κολπικό τραυματισμό ή είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Μόνο το 4,7% των ασθενών εμφάνισε ενδομητρίωση του αιδοίου-κόλπου, χωρίς να υπάρχει άλλος καθοριστικός παράγοντας.

 

Σχεδόν όλες οι ασθενείς (98,2%) απευθύνθηκαν σε γιατρό επειδή ο πόνος στο αιδοίο και το περίνεο αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως.

 

Από τις 281 ασθενείς που εξετάστηκαν κλινικά, το 97,5% διαπιστώθηκε ότι είχαν στο αΐδιο και το περίνεο οζίδια, μάζα ή πρήξιμο, ενώ μόνο το 2,1% παρουσίαζε μπλε δερματικές αλλοιώσεις και 0,4% με διμερείς πολύποδες των μικρών χειλέων.

 

Όλες εκτός από μία ασθενή υποβλήθηκαν σε χειρουργική αφαίρεση των βλαβών. Ωστόσο, μόνο το 28,1% έλαβε πρόσθετη ορμονική θεραπεία. Το ποσοστό υποτροπής ήταν 10,2% για μέση περίοδο παρακολούθησης 10 μηνών, με βάση τα στοιχεία 61 μελετών.

 

Ένα από τα συμπεράσματα της επισκόπησης είναι ότι σε περιπτώσεις εμπλοκής του πρωκτικού σφιγκτήρα, θα πρέπει να γίνεται υπερηχογράφημα. Πρέπει επίσης να γίνεται χειρουργική αφαίρεση της βλάβης και κατόπιν επιβεβαίωση της διάγνωσης ιστολογικά.

 

«Η ορμονική θεραπεία θα μπορούσε να προταθεί στις ασθενείς σε μία προσπάθεια μείωσης του μεγέθους της εστίας της ενδομητρίωσης πριν από τη χειρουργική επέμβαση ή για να αποφευχθεί η επανεμφάνισή της», αναφέρουν οι ερευνητές.

 

Η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου εμφανίζεται κυρίως μετά από περινεϊκό τραύμα, χωρίς όμως να είναι σαφής η αιτιολογία.

 

Η ασθένεια μπορεί να διαχωριστεί μεταξύ κυστικών και στερεών αλλοιώσεων με διακριτές αιτιολογίες και θεραπεία.

 

Η άμεση μηχανική εμφύτευση φαίνεται ότι είναι η πιο πιθανή υπόθεση για την αιτία της ενδομητρίωσης που προκαλείται στις ουλές μετά από γυναικολογικές επεμβάσεις. Όπως είπαν οι ερευνητές «η μηχανική διασπορά κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού για παράδειγμα, επιτρέπει τη μεταμόσχευση βιώσιμων κυττάρων του ενδομητρίου στην πληγή της επισιοτομίας ή στο περινεϊκό τραύμα ”

 

Εντούτοις, η ενδομητρίωση στις ουλές μπορεί επίσης να εμφανιστεί μετά από γενικές χειρουργικές επεμβάσεις όπως σκωληκοειδεκτομή, αποκατάσταση βουβωνοκήλης και λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή ή ακόμα και μετά από λαπαροσκοπική γαστρική παράκαμψη.

Μεταξύ των διαφόρων εξηγήσεων για την παθογένεση της αυθόρμητης ανάπτυξης εστιών ενδομητρίωσης του περινέου, η πιο πιθανή είναι η λεμφοαγγειακή διασπορά. Η εμφάνιση ενδομητρίωσης όμως στα μεγάλα χείλη θα μπορούσε επίσης να προκύψει από την άμεση εξάπλωση της πυελικής ενδομητρίωσης κατά μήκος των στρογγυλών συνδέσμων ή του πόρου του Nuck.

 

Ανοσολογικοί, γενετικοί και οικογενειακοί παράγοντες μπορούν επίσης να εμπλέκονται στην παθογένεση αυτής της νόσου.

 

Λόγω της σπανιότητας της νόσου και της μεταβλητότητάς της στην κλινική εμφάνιση, η συγκεκριμένη μορφή ενδομητρίωσης μπορεί να διαγνωστεί από ελάχιστους ιατρούς, με αποτέλεσμα να καθυστερεί σημαντικά η διάγνωση, καταλήγουν οι ερευνητές

 

Η ανάλυση των στοιχείων έδειξε μέση διάρκεια των συμπτωμάτων 12 μηνών (κυμαίνεται από 2 εβδομάδες έως 20 χρόνια) πριν από τη διάγνωση της νόσου.

 

Οι ερευνητές προτείνουν τη δημιουργία μίας βάσης όλων των υπαρχόντων δεδομένων για την ενδομητρίωση του αιδοίου και περινέου, ώστε να υπάρξει ευαισθητοποίηση των ιατρών και περισσότερη γνώση πάνω στην σπάνια αυτή ασθένεια, έτσι ώστε να έχουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα οι ασθενείς.

 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34046423/