About Jacob Soussis

Posts by Jacob Soussis:

Experimental treatment offers hope of fertility for early menopausal women

Experimental treatment offers hope of fertility for early menopausal women

A novel approach of administering platelet-rich plasma and gonadotropins near the ovarian follicles is showing promise in restoring ovarian function in women with early menopause.

As more women look to build their careers before pursuing motherhood, the average age of conceiving a child continues to be pushed back.

For some of these women, however, their hope of becoming pregnant is cut short by the onset of early menopause, which is described as the cessation of ovarian function at or before the age of 45 years.

It is estimated that roughly 12.2% of women experience early menopause.

Menopause typically signals the end of a woman’s ability to become pregnant. For these women, the only chance of becoming pregnant is with donor eggs.

Multiple treatment options have previously been investigated, including standard, controlled ovarian stimulation.

Platelet-rich plasma has been used in women with primary ovarian insufficiency, but few pregnancies and live births resulted. With the failure of these somewhat traditional treatments, more novel approaches, such as methods for inducing the growth of ovarian follicles, are being pursued.

In this new, small-scale pilot study, platelet-rich plasma and gonadotropins were injected into the ovaries of study participants, with some fairly amazing results.

After treatment, 11 of the 12 study participants resumed menstruation, and one achieved clinical pregnancy, defined as a pregnancy that is confirmed by ultrasound as well as a fetal heartbeat.

Platelet-rich plasma, prepared from 40 mL of autologous peripheral blood using the buffy coat method, was injected into extended subcortical area of bilateral ovaries along with recombinant follicle-stimulating hormone (rFSH) (Gonal-F 300IU) under laparoscopic guidance. The posttreatment ovarian folliculogenesis and serum levels of FSH, luteinizing hormone (LH), and estradiol were followed up for 6 months at weekly to monthly intervals. IVF was carried out in women resuming ovulatory functions.

Although more research and larger studies are needed, these early results regarding the successful resumption of ovarian function offer hope to women in early menopause who may be able to pursue pregnancy through in vitro fertilization using their own eggs.

This pilot study investigating the use of platelet-rich plasma and gonadotropins injected into the ovaries of women with early menopause highlights the promise of regenerative medicine in restoring or prolonging fertility. Additional studies conducted prospectively and involving large numbers of women are needed to determine whether this is truly a viable option for women with early menopause hoping to achieve pregnancy using their own eggs,” says Dr. Stephanie Faubion, NAMS medical director.

Results are published in the article “Resumed ovarian function and pregnancy in early menopausal women by whole dimension subcortical ovarian administration of platelet-rich plasma and gonadotropins.”

Read more: https://journals.lww.com/menopausejournal/Abstract/9000/Resumed_ovarian_function_and_pregnancy_in_early.96983.aspx

Dienogest for endometriosis

Dienogest for endometriosis

A study in the Journal of Obstetrics and Gynaecology found that dienogest was effective in decreasing the size of endometrioma and reducing endometriosis-associated pain, along with a favorable safety and tolerability profile.

The prospective study from Turkey recruited 30 patients diagnosed with endometrioma at Erciyes University Medical Faculty Hospital in Kayseri, Turkey, between November 2015 and September 2016.

Only 24 patients were included in the study because three patients were unable to complete the dienogest therapy due to menstrual irregularities, two patients did not attend to regular controls, and one patient was operated on at another hospital.

The mean age of the 24 patients was 29.58 years, with a mean body mass index (BMI) of 25.9. The endometriomas in 86.67% of the patients were unilateral.

Patients were instructed to take a single daily 2 mg dose of the synthetic oral progestogen continuously through the 6-month study period, preferably at the same time each day.

Patients were examined for efficacy and side effects at baseline, 3 months and 6 months.

The mean volume of the endometrioma decreased a significant 41% from 112.63 ± 161.31 cm³ at baseline to 65.47 ± 95.69 cm³ at 6-month follow-up (P = 0.005).

A visual analog scale (VAS) from 0 to 10 (0: no pain, 10: unbearable pain) for pelvic pain also decreased significantly from 7.50 to 3.00 at 6 months after treatment (P < .001).

The most common side effect was abnormal vaginal bleeding, consisting of prolonged and frequent uterine bleeding or spotting (16.6%), followed by weight gain (8.3%), headache (8.3%), depressed mood (8.3%), dizziness (4.1%) and libido reduction (4.1%).

Laparoscopic excisional surgery for endometrioma is currently the most valid approach in the treatment of endometriomas,” wrote the authors. “However, there are concerns about ovarian reserve damage during surgery.”

Because there is no consensus on the timing of surgery in young women and whether surgery should be delayed in infertile women planning in vitro fertilization (IVF), strategies to eliminate or decrease the size of ovarian endometriomas without affecting a young woman’s fertility potential need to be designed, according to the authors.

One potential solution is presurgical administration of a gonadotropin-releasing hormone agonist (GnRH agonist), which renders conservative laparoscopic surgery easier for endometriosis and might reduce postsurgical damage to ovarian function by reducing active inflammation, adhesion of endometriotic lesions and the size of the endometrial cysts.

However, GnRH agonist therapy causes adverse effects by the deficiency of the ovarian hormone, such as an irregular menstrual period, hot flashes, vaginal burning, decreased sexual interest, and bone mineral density loss.

On the other hand, dienogest for IVF patients with an endometrial cyst prior to oocyte pick-up might facilitate oocyte pick-up and prevent bacterial infection post-procedure.

Long-term use of dienogest in younger patients with endometriomas who are yet to give birth may reduce the possibility of surgery by reducing the size of the endometriomas and may preserve ovarian reserve,” wrote the authors.

In addition, dienogest could reduce the incidence of infectious complications from pelvic abscess after oocyte retrieval and from surgical procedures for infertile patients with endometrioma.

The authors said clinicians should consider dienogest prior to initiation of an IVF cycle to reduce endometrioma size.

Read more: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33629621/

Ευεργετική η χορήγηση διενογέστης πριν την εξωσωματική σε γυναίκες με ενδομητριώμα

Ευεργετική η χορήγηση διενογέστης πριν την εξωσωματική σε γυναίκες με ενδομητριώμα

Πολλές γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση έχουν εστίες της ασθένειας πάνω ή μέσα στις ωοθήκες (ενδομητρίωμα), με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν έντονο πόνο και συχνά υπογονιμότητα.

Τα αποτελέσματα νέας μελέτης δείχνουν ότι η χορήγηση διενογέστης σε γυναίκες που έχουν ενδομητρίωμα, δηλαδή εστίες ενδομητρίωσης πάνω ή μέσα στις ωοθήκες, μείωσε το μέγεθος του ενδομητριώματος, αλλά και τον πόνο που σχετίζεται με την ενδομητρίωση, χωρίς να υπάρξουν σημαντικές παρενέργειες.

Η διενογέστη (dienogest) είναι ένα σύγχρονο προγεσταγόνο, που λειτουργεί κατά τον ίδιο τρόπο με τη φυσική ορμόνη προγεστερόνη.

Οι ερευνητές του νοσοκομείου της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου Erciyes παρακολούθησαν για έναν χρόνο 24 ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με ενδομητρίωμα και λάμβαναν διενογέστη.

Η μέση ηλικία των 24 ασθενών ήταν 29,58 έτη και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) 25,9. Στο 86,67% τα ενδομητριώματα των ασθενών ήταν στη μία ωοθήκη.

Οι ασθενείς έλαβαν από στόματος μία δόση 2 mg του συγκεκριμένου συνθετικού προγεστογόνου κάθε μέρα, την ίδια ώρα, για έξι μήνες. Οι ασθενείς εξετάστηκαν για την αποτελεσματικότητα και πιθανές παρενέργειες κατά την έναρξη της μελέτης, 3 μήνες αργότερα και 6 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Ο μέσος όγκος του ενδομητριώματος μειώθηκε σημαντικά, κατά 41% (από 112,63 ± 161,31 cm³ κατά την έναρξη σε 65,47 ± 95,69 cm³ 6 μήνες αργότερα (P = 0,005). Μειώθηκε επίσης σημαντικά πόνος. Σε μία κλίμακα που το 10 είναι αφόρητος πόνος, ο πόνος της ενδομητρίωσης στις συγκεκριμένες ασθενείς μειώθηκε από το 7,5 στο 3 έξι μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Η πιο συχνή παρενέργεια (στο 16,6%) ήταν η ανώμαλη κολπική αιμορραγία (παρατεταμένη και συχνή αιμορραγία ή κηλίδες αίματος), αύξηση βάρους (8,3%), κεφαλαλγία (8,3%), καταθλιπτική διάθεση (8,3%), ζάλη (4,1%), μείωση της λίμπιντο (4,1%).

«Η λαπαροσκοπική αφαίρεση του ενδομητριώματος είναι μέχρι τώρα η πιο αξιόπιστη λύση για τη θεραπεία της ενδομητρίωσης. Υπάρχουν όμως ανησυχίες για την πιθανότητα βλάβης στα ωοθηκικά αποθέματα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης», αναφέρουν οι Τούρκοι ερευνητές.

Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το χρονοδιάγραμμα της χειρουργικής επέμβασης σε νεαρές γυναίκες, αλλά και για την επιλογή να καθυστερήσει ή όχι η χειρουργική αφαίρεση του ενδομητριώματος σε υπογόνιμες γυναίκες που σκοπεύουν να κάνουν εξωσωματική.

Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, χρειάζεται να σχεδιαστούν στρατηγικές ώστε να μειωθεί το μέγεθος του ενδομητριώματος ή ακόμα και να εξαφανιστεί, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η γονιμότητα μίας νέας γυναίκας.

Μία πιθανή λύση είναι η χορήγηση ενός αναλόγου της GnRH (Arvekap, Zoladex και άλλα) πριν από το χειρουργείο, που κάνει πιο εύκολη τη λαπαροσκοπική αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης και μπορεί να μειώσει την μετεγχειρητική βλάβη στη λειτουργία των ωοθηκών μειώνοντας την ενεργή φλεγμονή, τις συμφύσεις και το μέγεθος των λεγόμενων σοκολατοειδών κύστεων (ενδομητριωμάτων).

Η θεραπεία με αγωνιστή GnRH προκαλεί καταστολή του κύκλου, με ανεπιθύμητα αποτελέματα όπως ακανόνιστη περίοδο, καύσο στον κόλπο, μειωμένη λίμπιντο και μείωση της οστικής πυκνότητας.


Στις γυναίκες που κάνουν εξωσωματική και έχουν ενδομητρίωμα πριν την ωοληψία, η διενογέστη μπορεί να κάνει πιο εύκολη τη διαδικασία της λήψης ωαρίων και να προστατεύσει τη γυναίκα από βακτηριακές λοιμώξεις.


«Η μακροχρόνια χρήση
της διενογέστης σε νεαρότερες ασθενείς με ενδομητρίωμα, οι οποίες δεν έχουν αποκτήσει ακόμα παιδιά, μπορεί να μειώσει την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης μειώνοντας το μέγεθος

ενδομητριωμάτων, ενώ ταυτοχρόνως θα μπορούσε να διατηρήσει το αποθεματικό των ωοθηκών», ανέφεραν οι ερευνητές.

Η διενογέστη θα μπορούσε επίσης να ελαττώσει τις χειρουργικές επεμβάσεις σε υπογόνιμες γυναίκες που έχουν ενδομητρίωμα, καθώς επίσης να μειώσει περαιτέρω τη σπάνια επιπλοκή δημιουργίας αποστήματος στην πύελο μετά από ωοληψία.

Οι ερευνητές θεωρούν πως πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα χορήγησης διενογέστης πριν την έναρξη ενός κύκλου εξωσωματικής ώστε να μειωθεί το μέγεθος του ενδομητριώματος.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33629621/

Σκλήρυνση κατά πλάκας: Δεν αυξάνονται οι πιθανότητες επιπλοκών στην εγκυμοσύνη

Σκλήρυνση κατά πλάκας: Δεν αυξάνονται οι πιθανότητες επιπλοκών στην εγκυμοσύνη

Μία νέα μελέτη Δανών ερευνητών καθησυχάζει τις γυναίκες που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας (πολλαπλή σκλήρυνση) και θέλουν να αποκτήσουν παιδί.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η πολλαπλή σκλήρυνση δεν αυξάνει σημαντικά τους κινδύνους επιπλοκών της εγκυμοσύνης.

«Καταλαβαίνουμε γιατί οι γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση μπορεί να ανησυχούν για τους κινδύνους της εγκυμοσύνης» είπε η επικεφαλής της μελέτης Dr. Melinda Magyari, από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Στη μελέτη, οι ερευνητές συνέκριναν από το 1997 μέχρι το 2016 τις εγκυμοσύνες 2930 γυναικών με σκλήρυνση κατά πλάκας (μέση διάρκεια της νόσου, 6,38 έτη) με τις εγκυμοσύνες 56.958 μεταξύ των γυναικών που δεν έπασχαν από αυτή την αυτοάνοση ασθένεια.

«Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι δεν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος γενετικών ανωμαλιών για τα μωρά που γεννιούνται από γυναίκες με σκλήρυνση κατά πλάκας, αλλά υπάρχουν ακόμα πολλές άγνωστες πτυχές της εγκυμοσύνης σε περιπτώσεις γυναικών με σκλήρυνση κατά πλάκας. Θελήσαμε λοιπόν να διαπιστώσουμε εάν αυτές οι ασθενείς έχουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών της εγκυμοσύνης. Διαπιστώσαμε ότι οι εγκυμοσύνες τους ήταν εξίσου καλές με εκείνες των μητέρων που δεν πάσχουν από πολλαπλή σκλήρυνση”.

Οι Δανοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στα ποσοστά κινδύνου στις περισσότερες επιπλοκές της εγκυμοσύνης όπως η προεκλαμψία, ο διαβήτης κύησης, οι επιπλοκές που σχετίζονται με τον πλακούντα, η ανάγκη καισαρικής τομής, η θνησιγένεια, ο πρόωρος τοκετός, οι συγγενείς δυσπλασίες, η χαμηλή βαθμολογία Apgar (τεστ που γίνεται για την υγεία του μωρού αμέσως μετά τον τοκετό και περιλαμβάνει έλεγχο του καρδιακού ρυθμού, των αντανακλαστικών και του μυϊκού τόνου).

Οι γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση γεννούν πιο συχνά με καισαρική

Τα στοιχεία έδειξαν ότι στις γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση ήταν αυξημένο το ποσοστό των περιπτώσεων που κρίθηκε απαραίτητη η καισαρική τομή (14%) σε σχέση με του γενικού πληθυσμού (8%). Μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες (όπως μια προηγούμενη καισαρική τομή ή η ηλικία της μητέρας) οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες με σκλήρυνση κατά πλάκας είχαν 89% περισσότερες πιθανότητες να κάνουν καισαρική τομή.

«Πιστεύουμε ότι ο λόγος για τον οποίο περισσότερες γυναίκες με σκλήρυνση κατά πλάκας γεννούν με καισαρική τομή ή κάνουν πρόκληση τοκετού μπορεί να σχετίζεται με συμπτώματα της ασθένειας, όπως μυϊκή αδυναμία, σπαστικότητα ή κόπωση, που μπορεί να επηρεάσουν τον τοκετό. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη κούραση στη μητέρα και πιθανώς επιπλοκές, γεγονός που οδηγεί τους μαιευτήρες να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα» είπε η επικεφαλής της μελέτης.

Άλλα ευρήματα ήταν ότι οι γυναίκες με σκλήρυνση κατά πλάκας είχαν:

  • 15% περισσότερες πιθανότητες να κάνουν πρόκληση τοκετού
  • 29% περισσότερες πιθανότητες να γεννήσουν μωρά που ήταν μικρά για την ηλικία κύησης

Πιο αναλυτικά, τα στοιχεία έδειξαν ότι οι γυναίκες που πάσχουν από πολλαπλή σκλήρυνση είχαν τις ακόλουθες πιθανότητες επιπλοκών της εγκυμοσύνηςπου δεν διαφέρουν στατιστικά από τις υγιείς γυναίκες. Σε παρένθεση αναφέρεται το ποσοστό κινδύνου των γυναικών που δεν πάσχουν από την ασθένεια:

  • Προεκλαμψία / διαβήτης κύησης: 0,93 (0,77-1,13).
  • Επείγουσα καισαρική τομή: 1,03 (0,90-1,17).
  • Τοκετός με εμβρυουλκία: 1.13 (0.97-1.31).
  • Χαμηλό σκορ Apgar: 0,90 (0,56-1,44).
  • Ενδομήτριος θάνατος του μωρού1,17 (0,68-2,00).
  • Πρόωρος τοκετός: 1,12 (0,95-1,33).
  • Συγγενείς δυσπλασίες: 1,02 (0,87-1,19).

Οι γυναίκες που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας είχαν υψηλότερες πιθανότητες για:

  • Προγραμματισμένη καισαρική τομή: 1,89 (1,65-2,16).
  • Πρόκληση τοκετού: 1,15 (1,01-1,31).
  • Γέννηση μικρού μωρού σε σχέση με τις εβδομάδες κύησης: 1,29 (1,04-1,60).

Οι γυναίκες που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας είχαν χαμηλότερες πιθανότητες για:

  • Επιπλοκές που σχετίζονται με τον πλακούντα: 0,62 (0,40-0,94).
  • Σημάδια που υποδηλώνουν ασφυξία του νεογνού: 0,87 (0,78-0,97).

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Neurology Clinical Practice: https://cp.neurology.org/content/early/2021/02/03/CPJ.0000000000001035

 

Improving fertility rates and symptoms for peritoneal endometriosis

Improving fertility rates and symptoms for peritoneal endometriosis

For patients suffering from symptomatic early-stage endometriosis, a consistent excision of altered peritoneum followed by adjuvant hormonal therapy and multimodal concepts improves outcomes, particularly for pregnancy and recurrence rates.

This is the major finding of a German prospective study in the Archives of Gynecology and Obstetrics.

Clinically managing endometriosis is a huge challenge,” said principal investigator Sylvia Mechsner, MD, head of the Endometriosis Centre Charité at Charité University Hospital in Berlin. “We need to find a good balance between conservative and surgical treatment.”

Mechsner has had success by starting with sufficient hormonal treatment like therapeutic amenorrhea, especially when no organ damage is suspected. “Many patients achieve good pain relief,” she said. “But when is surgery a better option?”

Ongoing pelvic pain while taking sufficient hormonal treatment is Mechsner’s No. 1 consideration for surgery. “I believe neurogenic inflammation is present in most lesion cases and can cause non-estrogen related pain,” she said. “This is acyclical pain, due to changes in the sensory and sympathetic nerve fiber composition/innervation.”

For the study, patients stopped hormonal treatment 2 months prior to surgery, consisting of a resection not only of the visible lesions, but of the inflamed altered surrounding tissue as well.

Of course, infertility or seeking pregnancy are also indications for the surgery,” Mechsner told Contemporary OB/GYN. “We wanted to prove this concept and analyze the extension of inflammation in the excised tissue and the pain relief and fertility rate.”

The prospectively maintained database at the Endometriosis Centre Charité identified all symptomatic women with the suspicion of only peritoneal endometriosis who underwent laparoscopy from January 2014 to June 2019.

Laparoscopic peritonectomy was performed on 94 women, all by Mechsner. Follow-up data were available for 87% of the cases.

At the time of surgery, nearly all patients showed signs of stage I or II endometriosis: 44.7% and 48.9%, respectively.

Roughly 75% of the women reported pain relief due to the post-surgical hormonal therapy, with 25% completely pain free.

It was unexpected, but made me happy, to see so many women achieve some pain relief,” Mechsner said. “However, in many of these cases, we found severe adenomyosis. And in cases of organ-sparing surgery, it is logical that uterus-associated pain could be persistent.

Some patients also suffer from severe chronic pelvic pain syndrome with central sensitization, thus needing ongoing multimodal treatment like hormonal treatment, osteopathy, manual therapy, pelvic floor relaxing exercises, transcutaneous electrical nerve stimulation (TENS), pain management and psychological support.

The study found that 33% of women wanted to have children after the procedure, of whom 63% became pregnant, with the majority not requiring assisted reproductive therapy (ART).

Seven of the women had a reoperation.

According to the findings, “a consistent excision of altered peritoneum followed by adjuvant hormonal therapy and multimodal concepts results in better outcomes for the patient, particularly in regards to pregnancy and recurrence rates”.

Two limitations of the study are no control group and limited to a single center.

I believe it is good to know that endometriosis-related pain should be treated conservatively, especially in cases when no organ damage is suspected,” Mechsner said. “It is also reassuring to know that there is no need to schedule surgery for diagnosis only because the study’s protocol confirmed the peritoneal lesions in 100% of women.”

But in cases of ongoing acyclical pelvic pain, “it appears that peritoneal lesions are the cause of the pain, for which surgery with destruction/excision is recommended,” she said.

Read more: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33537880

Η χειρουργική επέμβαση βελτιώνει τα ποσοστά γονιμότητας και μειώνει τον πόνο στην περιτοναϊκή ενδομητρίωση

Η χειρουργική επέμβαση βελτιώνει τα ποσοστά γονιμότητας και μειώνει τον πόνο στην περιτοναϊκή ενδομητρίωση

Στις ασθενείς που πάσχουν από περιτοναϊκή ενδομητρίωση πρώιμου σταδίου, η εκτομή του αλλοιωμένου περιτοναίου, ακολουθούμενη από ορμονική θεραπεία, έχει εξαιρετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στη βελτίωση της γονιμότητας και στη μείωση των πιθανοτήτων υποτροπής.

«Η κλινική διαχείριση της ενδομητρίωσης είναι μια τεράστια πρόκληση και πρέπει να βρίσκουμε την ισορροπία μεταξύ συντηρητικής και χειρουργικής θεραπείας», είπε η επικεφαλής της μελέτης Sylvia Mechsner, από το Κέντρο Ενδομητρίωσης στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Charité στο Βερολίνο.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν αρχικά ορμονική θεραπεία (GnRH ανάλογα, που προκαλούν θεραπευτική αμηνόρροια), ειδικά σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει υποψία για βλάβη οργάνων. Σε πολλές ασθενείς υπήρξε σαφής ανακούφιση από τον πόνο.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ενδείκνυται η χειρουργική επέμβαση για τη θεραπεία της ενδομητρίωσης. Ο κυριότερος παράγοντας για να κριθεί απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση είναι ο συνεχιζόμενος πόνος, παρά την ορμονική θεραπεία.

«Πιστεύω ότι υπάρχει νευρογενής φλεγμονή στις περισσότερες περιπτώσεις εστιών ενδομητρίωσης, η οποία μπορεί να προκαλεί πόνο που δεν σχετίζεται με τα οιστρογόνα. Αυτός ο πόνος δεν έχει να κάνει με τον κύκλο της γυναίκας, αλλά οφείλεται σε αλλαγές στη σύνθεση και λειτουργία των αισθητήριων και συμπαθητικών νευρικών ινών».

Πότε είναι ενδεδειγμένη η επιλογή της χειρουργικής επέμβασης

«Προφανώς η υπογονιμότητα ή η προσπάθεια επίτευξης εγκυμοσύνης είναι παράγοντες που έχουν σημασία στην επιλογή της χειρουργικής επέμβασης. Θέλαμε να αποδείξουμε τη βαρύτητα αυτών των δύο παραγόντων και να αναλύσουμε την έκταση της φλεγμονής στον αφαιρεθέντα ιστό, πόσο ανακουφίστηκαν οι ασθενείς από τον πόνο και αν αυξήθηκε η γονιμότητά τους», είπε η επικεφαλής της μελέτης.

Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ασθενείς σταμάτησαν την ορμονική θεραπεία δύο μήνες πριν από τη χειρουργική επέμβαση που έκαναν στη συνέχεια για την εκτομή των ορατών εστιών της ενδομητρίωσης, αλλά και του φλεγμονώδους περιβάλλοντος ιστού.

Από τη βάση δεδομένων του Κέντρου Ενδομητρίωσης Charité εντόπισαν τις γυναίκες που είχαν συμπτώματα, υπήρχε υποψία για περιτοναϊκή ενδομητρίωση και έκαναν λαπαροσκόπηση από το 2014 μέχρι το 2019.

Έγινε λαπαροσκοπική αφαίρεση ή καταστροφή των εστιών της ενδομητρίωσης σε 94 γυναίκες με συμπτώματα ενδομητρίωσης σταδίου Ι (44.7%) και σταδίου ΙΙ (48,9%). Υπήρξαν δεδομένα για την πορεία της υγείας των ασθενών στο 87% των περιπτώσεων.

Περίπου το 75% των γυναικών ανέφεραν ότι ανακουφίστηκαν από τον πόνο μετά και τη λήψη ορμονικής θεραπείας μετά την επέμβαση. Το 25% των ασθενών δήλωσαν ότι απαλλάχθηκαν πλήρως από τον πόνο.

«Ήταν απροσδόκητο το ποσοστό ανακούφισης από τον πόνο. Σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώσαμε ότι υπήρχε σοβαρή αδενομύωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι λογικό να συνεχιστεί ο πόνος που σχετίζεται με τη μήτρα», είπε η επικεφαλής της μελέτης.

Μερικές ασθενείς που πάσχουν από σύνδρομο χρόνιου πυελικού πόνου με κεντρική ευαισθητοποίηση, αντιμετωπίζονται με διαφόρων ειδών θεραπευτικές παρεμβάσεις, όπως η ορμονική θεραπεία, ασκήσεις χαλάρωσης του πυελικού εδάφους, διαδερμική ηλεκτρική διέγερση των νεύρων (TENS), διαχείριση χρόνιου πόνου και ψυχολογική υποστήριξη.

Οι 6 στις 10 έμειναν έγκυοι μετά το χειρουργείο ενδομητρίωσης

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, μετά το χειρουργείο το 33% των ασθενών θέλησαν να αποκτήσουν παιδί. Οι 6 στις 10 από αυτές τις ασθενείς έμειναν έγκυοι φυσιολογικά, χωρίς να χρειαστούν κάποια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, «η εκτομή των εστιών της ενδομητρίωσης που ακολουθείται από ορμονική θεραπεία έχει εξαιρετικά αποτελέσματα στην αύξηση των ποσοστών εγκυμοσύνης και τη μείωση των πιθανοτήτων υποτροπής.

Ο πόνος που σχετίζεται με την ενδομητρίωση πρέπει αρχικά να αντιμετωπίζεται συντηρητικά, ειδικά σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει υποψία βλάβης οργάνων.

«Είναι καθησυχαστικό το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να προγραμματίζουμε χειρουργική επέμβαση αποκλειστικά για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης, επειδή το πρωτόκολλο της μελέτης επιβεβαίωσε ότι η συμπτωματολογία είναι παθογνωμονική για την ενδομητρίωση και βρέθηκαν περιτοναϊκές βλάβες στο 100% των γυναικών.”

Σε περιπτώσεις όμως που συνεχίζεται ο πυελικός πόνος ασχέτως από τον κύκλο της ασθενούς, φαίνεται ότι οι περιτοναϊκές βλάβες είναι η αιτία του πόνου και τότε συνιστάται επέμβαση για την αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33537880

Multiple Sclerosis does not raise the risk of pregnancy complications

Multiple Sclerosis does not raise the risk of pregnancy complications

In a finding that should reassure women with multiple sclerosis (MS) who want to have a baby, new research suggests the disease doesn’t raise the risk of pregnancy complications.

“While previous research has shown there is no higher risk of birth defects for babies born to women with MS, there are still a lot of unknowns around pregnancy and multiple sclerosis. We wanted to find out if women with MS are at risk for a variety of pregnancy complications. We found overall their pregnancies were just as healthy as those of the moms without MS” said study author Dr. Melinda Magyari, from the University of Copenhagen in Denmark.

In the study, researchers compared almost 3,000 pregnant women with multiple sclerosis to nearly 57,000 pregnant women without the autoimmune disease. All of the women gave birth between 1997 and 2016.

There was no difference between the two groups in the risk of several pregnancy complications: preeclampsia, gestational diabetes, placenta complications, emergency cesarean section, instrumental delivery, stillbirth, preterm birth, congenital malformations, or low Apgar score.

An Apgar score is a measure of a newborn’s health — including heart rate, reflexes and muscle tone — conducted immediately after birth.

The study did find that rates of elective cesarean section were higher among women with multiple sclerosis (14%) than among those without MS (8%). After adjusting for other factors — such as a prior C-section or mother’s age — the researchers concluded that women with MS were 89% more likely to have an elective C-section.

“We think the reason more women with multiple sclerosis have babies by elective C-section or induced delivery may have to do with MS-related symptoms such as muscle weakness, spasticity or fatigue that might affect the birth,” Magyari said. “Any of these could make a mom more tired and lead to delivery complications that could prompt the clinician and woman to take extra precautions.”

Other findings were that women with multiple sclerosis were 15% more likely to have an induced delivery than women without MS, and that women with MS were 29% more likely to have babies that were small for their gestational age (3.4% vs. 2.8%).

According to the researchers the multiple sclerosis and general population groups did not differ significantly for:

  • Preeclampsia/gestational diabetes: 0.93 (0.77-1.13).

  • Emergency caesarean delivery: 1.03 (0.90-1.17).

  • Instrumental delivery: 1.13 (0.97-1.31).

  • Low Apgar score: 0.90 (0.56-1.44).

  • Stillbirth: 1.17 (0.68-2.00).

  • Preterm birth: 1.12 (0.95-1.33).

  • Congenital malformations: 1.02 (0.87-1.19).

The multiple sclerosis group had higher odds for:

  • Elective caesarean delivery: 1.89 (1.65-2.16).

  • Induced delivery: 1.15 (1.01-1.31).

  • Small for gestational age: 1.29 (1.04-1.60).

The multiple sclerosis group had lower odds for:

  • Placenta complications: 0.62 (0.40-0.94).

  • Signs indicating asphyxia: 0.87 (0.78-0.97).

Read more: https://cp.neurology.org/content/early/2021/02/03/CPJ.0000000000001035

Preconception cannabis use linked to reduced chances of pregnancy

Preconception cannabis use linked to reduced chances of pregnancy

Women who use cannabis — marijuana or hashish — could have a more difficult time conceiving a child than women who do not use cannabis, suggests a study by researchers at the National Institutes of Health (NIH).

Cannabis use among the women’s partners was not studied. The researchers were led by Sunni L. Mumford, Ph.D., of the Epidemiology Branch in NIH’s Eunice Kennedy Shriver National Institute of Child Health and Human Development. The study appears in Human Reproduction.

The women were part of a larger group trying to conceive after one or two prior miscarriages. Women who said they used cannabis products in the weeks before pregnancy, or who had positive urine tests for cannabis use, were around 40% less likely to conceive per monthly cycle than women who did not use cannabis.

The authors noted that although the findings suggest cannabis could affect women’s fertility, they should be tempered with caution as the study observed a relatively small number of cannabis users. However, the authors say their results suggest that women trying to conceive should exercise caution with cannabis use until more definitive evidence is available.

The researchers analyzed data from a broader study of more than 1,200 women ages 18 to 40 with one or two pregnancy losses. The women participated in the study for up to six monthly cycles while attempting pregnancy and throughout pregnancy if conception occurred. After enrolling in the study, the women responded to a questionnaire asking if they had used marijuana, pot, or hashish in the past 12 months, with responses ranging from never, rarely, occasionally, sometimes, often, to daily. Each woman also provided urine samples for analysis when they first entered the study and after six months if they did not conceive or at the time of positive pregnancy test if they conceived.

A total of 62 women (5%) either had a positive urine test or responded that they had used cannabis before conception.

For each monthly cycle, women who had used cannabis while trying to conceive were 41% less likely to conceive than non-users. Similarly, a smaller proportion of cannabis users than non-users became pregnant during the study — 42% versus 66%. The authors found no differences in miscarriage rates between users and non-users who had achieved pregnancy.

The authors noted that, compared to non-users, cannabis users also had differences in reproductive hormones involved in ovulation. These differences could potentially have influenced their likelihood of conception. Specifically, users had higher levels of luteinizing hormone and a higher proportion of luteinizing hormone to follicle stimulating hormone.

The authors also noted that animal studies had found that cannabis use could alter the lining of the uterus, making it less likely an embryo to implant and establish a pregnancy. Until more information is available, the authors said, women trying to become pregnant should be aware that cannabis could potentially affect their pregnancy chances.

The paper can be found online after publication at: https://academic.oup.com/humrep/article-lookup/doi/10.1093/humrep/deaa355

Identical twins often don’t share 100% of their DNA

Identical twins often don’t share 100% of their DNA

Identical twins may not in fact be genetically identical at birth, according to a new study by researchers in Iceland.

Researchers found that twin-specific genetic mutations could occur while embryos were still developing inside the womb. The team were also able to pinpoint at which stage in development the mutations occurred, by searching for them in relatives of the twins. The study provides new insights into how monozygotic or ‘identical’ twins form from a single egg cell.

‘These are exciting times that allow us to use mutations to shed light on the development of humans at these first stages,’ said Dr Kári Stefánsson, joint senior author and CEO of deCODE Genetics in Reykjavik, Iceland, where the research was carried out.

The study, published in Nature Genetics, analysed DNA sequences from the germline genomes of 381 pairs of monozygotic twins. The team found that on average, twins differed by 5.2 early-development mutations, with 15 percent of twins having a significant number of genetic changes from each other. Although 38 twin pairs were genetic duplicates, in 39 pairs more than 100 genetic differences were found between twins.

In addition, DNA from parents, spouses, and children of the twins was sequenced, which helped determine when in development the mutation occurred. For instance, if a mutation also appeared in a twin’s child, that meant it was present in the twin’s germ cell, which forms very early in embryo development.

In one twin pair, the cells of one individual all contained a mutation that was only found in 20 percent of their siblings’ cells. This demonstrated that while one twin descended from a single cell during early development, the other was formed from a mixture of different cell lineages. Dr Stefánsson concluded that these results could allow researchers ‘to begin to explore the way in which twinning happens.’

He added that ‘it looks like coincidence is an extraordinarily important factor in which cells in the inner cell mass go into making a person’, suggesting zygotes may not split into twins in a symmetrical way.

Although not all genetic mutations impact phenotype, the findings challenge the theory that twin-specific differences such as disease occurrence are solely down to environmental factors. Speaking to the Guardian, geneticist Professor Jan Dumanski at Uppsala University in Sweden, who was not involved in the study, called it ‘a clear and important contribution’ to medical research. Psychologist Professor Nancy Segal at California State University, Fullerton, also not involved in the research, said the findings will further understanding of the influences of nature versus nurture.

‘This will force scientists to refine our thinking about the influences of genetics and environment,’ she said. ‘Twins are very alike but it is not a perfect similarity.’

Read more: https://www.nature.com/articles/s41588-020-00755-1

Source: https://www.bionews.org.uk/page_153946

Researchers isolate high-quality sperm using acoustic waves

Researchers isolate high-quality sperm using acoustic waves

Monash University researchers have combined acoustic waves and fluid dynamics to create a new approach for separating high-quality sperm in assisted reproduction – opening new windows for infertile couples to have a family of their own.

This rapid and automated acoustofluidic process, developed by a team from Monash University’s Department of Mechanical and Aerospace Engineering, can isolate sperm with normal head morphology and high DNA integrity from raw semen samples.

The device can process roughly 140 sperm per second and select more than 60,000 high-quality sperm in under 50 minutes – a clinically-relevant number of sperm to perform IVF (In Vitro Fertilisation) and ICSI (Intracytoplasmic Sperm Injection).

This life-changing research, published in the leading microfluidic journal Lab on a Chip, was led by second-year Ph.D. student Ms Junyang Gai. The work has been supervised by Dr Reza Nosrati and Professor Adrian Neild – experts in microfluidics from the Department of Mechanical and Aerospace Engineering.

The approach isolates sperm from raw semen by applying an acoustic field at a 30° angle to the flow direction. The acoustic forces direct and push high-quality sperm out of the mainstream, across the microchannel and isolates them in a separate outlet, leaving the general population of sperm in the raw sample.”

With the application of SSAW (standing surface acoustic waves) at 19.28 MHz and 1-2W, the acoustic radiation force was large enough to overcome the drag and guide the motile sperm to swim across the microchannel width, while other sperm and debris followed the mainstream flow to be collected from the discarded outlet.

This enabled a continuous, high-throughput, and size-dependent selection process for isolating high-quality sperm.

“Our results demonstrate that the selected sperm population exhibit a considerably higher percentage of progressively motile sperm (83 per cent), than both the initial raw sample (52 per cent) and the discarded subpopulation of sperm (36 per cent),” Ms Gai said.

The result is the selection of sperm with over 60 per cent improvement in progressive motility (the ability for sperm to move independently), while providing a clinically-relevant sample for IVF and ICSI. Sperm selected from this approach also show a near 40 per cent improvement in DNA integrity.

Dr Nosrati says the success rate depends on many different parameters, but ultimately, it is down to the quality of sperm and egg.

“Our process aims to select better sperm within a faster time frame, so hopefully this can lead to improved outcomes in assisted reproduction. When fully tested and implemented, this method could open new windows and opportunities for infertile couples to have a baby,” Dr Nosrati said.

“We hope that with further testing, our acoustofluidic sperm selection process can provide new opportunities and be of benefit to the assisted reproduction industry, and help remove the fear, anxiety and negative stereotypes associated with infertility.”

The infertility rate has increased over the past 50 years, with one in six couples experiencing infertility. Male infertility is responsible for about 30 per cent of cases, with a combination of male and female factors contributing to about half of cases, worldwide.

“Male infertility is a global reproductive issue and several clinical approaches have been developed to tackle it. However, their effectiveness is limited by the labour-intensive and time-consuming sperm selection procedures used,” Dr Nosrati said.

Sperm preparation or selection is a key step in assisted reproduction being performed right before fertilising the egg.

The current clinical process involves multiple washing and centrifugation steps and a manual selection step, and takes up to three hours to complete, which can also be harmful to sperm.”

Professor Neild says the method of sperm selection hasn’t changed much over the past 30 years, selecting sperm mainly based on motility, and as a result, the success rate of assisted reproduction cycles has plateaued at about 33 per cent.

“Our approach also considers sperm size and morphology during the selection process, in addition to sperm motility. With further research, hopefully our approach can improve the outcomes of assisted reproduction and reduce the costs associated with the treatment cycle,” Professor Neild said.

Professor Neild is a world expert in acoustofluidics with many important contributions to the field over the past 15 years. Dr Nosrati is a pioneer in microfluidics for assisted reproduction and has developed technologies for sperm selection and analysis over the past six years.

Read more: https://pubs.rsc.org/en/content/articlelanding/2020/LC/D0LC00457J#!divAbstract

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin