About Jacob Soussis

Posts by Jacob Soussis:

Διάγνωση και θεραπεία της ενδομητρίωσης του αιδοίου και του περινέου

Διάγνωση και θεραπεία της ενδομητρίωσης του αιδοίου και του περινέου

Η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είναι σπάνια ασθένεια, με διαφορετικά συμπτώματα και πολύ συχνά περνούν χρόνια πριν διαγνωστεί, καθώς δεν υπάρχει η πείρα για να την αναγνωρίσουν ιατροί που δεν ασχολούνται ειδικά με την ενδομητρίωση.

 

Σε περιπτώσεις περινεϊκού κυκλικού  πόνου, με ή χωρίς προηγούμενη περινεϊκή βλάβη, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να ελέγχουν την πιθανότητα ενδομητρίωσης του περινέου, όπως έδειξε μία συστηματική ανασκόπηση σχετικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία της ενδομητρίωσης του αιδοίου και του περινέου.

 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, συνιστάται στους ιατρούς η διάγνωση μέσω κλινικής εξέτασης, υπερηχογραφήματος του περινέου και μαγνητικής τομογραφίας της πυέλου.

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είναι εξαιρετικά σπάνια και έχουν καταγραφεί μόνο περίπου 300 περιπτώσεις που αναφέρονται στη βιβλιογραφία από το 1923. Στις 90 μελέτες από τις οποίες πήραν στοιχεία οι ερευνητές, συμμετείχαν 283 ασθενείς, με μέση ηλικία 32,7 ετών.

 

Το 95,3% των ασθενών που έπασχαν από ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου είχαν υποβληθεί σε επισιοτομία, είχαν  περινεϊκό τραύμα, κολπικό τραυματισμό ή είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Μόνο το 4,7% των ασθενών εμφάνισε ενδομητρίωση του αιδοίου-κόλπου, χωρίς να υπάρχει άλλος καθοριστικός παράγοντας.

 

Σχεδόν όλες οι ασθενείς (98,2%) απευθύνθηκαν σε γιατρό επειδή ο πόνος στο αιδοίο και το περίνεο αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως.

 

Από τις 281 ασθενείς που εξετάστηκαν κλινικά, το 97,5% διαπιστώθηκε ότι είχαν στο αΐδιο και το περίνεο οζίδια, μάζα ή πρήξιμο, ενώ μόνο το 2,1% παρουσίαζε μπλε δερματικές αλλοιώσεις και 0,4% με διμερείς πολύποδες των μικρών χειλέων.

 

Όλες εκτός από μία ασθενή υποβλήθηκαν σε χειρουργική αφαίρεση των βλαβών. Ωστόσο, μόνο το 28,1% έλαβε πρόσθετη ορμονική θεραπεία. Το ποσοστό υποτροπής ήταν 10,2% για μέση περίοδο παρακολούθησης 10 μηνών, με βάση τα στοιχεία 61 μελετών.

 

Ένα από τα συμπεράσματα της επισκόπησης είναι ότι σε περιπτώσεις εμπλοκής του πρωκτικού σφιγκτήρα, θα πρέπει να γίνεται υπερηχογράφημα. Πρέπει επίσης να γίνεται χειρουργική αφαίρεση της βλάβης και κατόπιν επιβεβαίωση της διάγνωσης ιστολογικά.

 

«Η ορμονική θεραπεία θα μπορούσε να προταθεί στις ασθενείς σε μία προσπάθεια μείωσης του μεγέθους της εστίας της ενδομητρίωσης πριν από τη χειρουργική επέμβαση ή για να αποφευχθεί η επανεμφάνισή της», αναφέρουν οι ερευνητές.

 

Η ενδομητρίωση του αιδοίου και του περινέου εμφανίζεται κυρίως μετά από περινεϊκό τραύμα, χωρίς όμως να είναι σαφής η αιτιολογία.

 

Η ασθένεια μπορεί να διαχωριστεί μεταξύ κυστικών και στερεών αλλοιώσεων με διακριτές αιτιολογίες και θεραπεία.

 

Η άμεση μηχανική εμφύτευση φαίνεται ότι είναι η πιο πιθανή υπόθεση για την αιτία της ενδομητρίωσης που προκαλείται στις ουλές μετά από γυναικολογικές επεμβάσεις. Όπως είπαν οι ερευνητές «η μηχανική διασπορά κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού για παράδειγμα, επιτρέπει τη μεταμόσχευση βιώσιμων κυττάρων του ενδομητρίου στην πληγή της επισιοτομίας ή στο περινεϊκό τραύμα ”

 

Εντούτοις, η ενδομητρίωση στις ουλές μπορεί επίσης να εμφανιστεί μετά από γενικές χειρουργικές επεμβάσεις όπως σκωληκοειδεκτομή, αποκατάσταση βουβωνοκήλης και λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή ή ακόμα και μετά από λαπαροσκοπική γαστρική παράκαμψη.

Μεταξύ των διαφόρων εξηγήσεων για την παθογένεση της αυθόρμητης ανάπτυξης εστιών ενδομητρίωσης του περινέου, η πιο πιθανή είναι η λεμφοαγγειακή διασπορά. Η εμφάνιση ενδομητρίωσης όμως στα μεγάλα χείλη θα μπορούσε επίσης να προκύψει από την άμεση εξάπλωση της πυελικής ενδομητρίωσης κατά μήκος των στρογγυλών συνδέσμων ή του πόρου του Nuck.

 

Ανοσολογικοί, γενετικοί και οικογενειακοί παράγοντες μπορούν επίσης να εμπλέκονται στην παθογένεση αυτής της νόσου.

 

Λόγω της σπανιότητας της νόσου και της μεταβλητότητάς της στην κλινική εμφάνιση, η συγκεκριμένη μορφή ενδομητρίωσης μπορεί να διαγνωστεί από ελάχιστους ιατρούς, με αποτέλεσμα να καθυστερεί σημαντικά η διάγνωση, καταλήγουν οι ερευνητές

 

Η ανάλυση των στοιχείων έδειξε μέση διάρκεια των συμπτωμάτων 12 μηνών (κυμαίνεται από 2 εβδομάδες έως 20 χρόνια) πριν από τη διάγνωση της νόσου.

 

Οι ερευνητές προτείνουν τη δημιουργία μίας βάσης όλων των υπαρχόντων δεδομένων για την ενδομητρίωση του αιδοίου και περινέου, ώστε να υπάρξει ευαισθητοποίηση των ιατρών και περισσότερη γνώση πάνω στην σπάνια αυτή ασθένεια, έτσι ώστε να έχουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα οι ασθενείς.

 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34046423/

 

 

Diagnosing and treating vulvo perineal endometriosis

Diagnosing and treating vulvo perineal endometriosis

Due to the rarity of the disease and its variability in clinical presentation, the condition is hardly recognized by some health care professionals, leading to a delayed diagnosis.

 

In cases of perineal cyclical pain, with or without previous perineal damage, clinicians should consider perineal endometriosis, according to findings from a systematic review of diagnosing and treating vulvo-perineal endometriosis published in the journal Frontiers in Surgery.

 

Diagnosis via clinical exam, perineal ultrasound, and pelvic MRI is advised.

 

The authors searched Cochrane Library, Medline/PubMed, Embase, and ClinicalTrials.gov for papers in English, Spanish, Portuguese, French, or Italian from inception to July 2020.

 

The authors noted that vulvo-perineal endometriosis is an exceedingly rare entity, with only approximately 300 cases reported in the literature since 1923. The 90 included studies comprised 283 patients, with a mean age of 32.7 years.

 

Overall, 95.3% of patients presenting with vulvo-perineal endometriosis had undergone episiotomy, perineal trauma, vaginal injury, or surgery. Only 4.7% of patients developed vulvo-vaginal endometriosis spontaneously, ie, without any apparent condition favoring it.

 

Nearly all patients (98.2%) sought medical advice because their vulvo-perineal cyclical pain increased during menstruation.

 

Of the 281 patients for whom a clinical examination was described, 97.5% were found to have a vulvo-perineal nodule, mass, or swelling, whereas only 2.1% presented with bluish cutaneous lesions and 0.4% with bilateral polyps of the labia minora.

 

All but one patient underwent surgical excision of their lesions; however, only 28.1% received additional hormonal therapy. The recurrence rate was 10.2% for a median follow-up period of 10 months, based on 61 studies.

 

One of the conclusions of the review is that in cases of anal sphincter involvement, perianal ultrasound should be performed. Also, surgical excision of the lesion should be performed to remove the lesion and confirm the diagnosis histologically.

 

“Hormonal treatment could be proposed to attempt to decrease the size of a large lesion before surgery or to avoid recurrence of the lesion,” wrote the authors.

 

Vulvo-perineal endometriosis presents mostly after perineal trauma, yet its precise etiology is unclear. Still, the disease might be separated between cystic and nodular lesions with distinct etiologies and treatment.

 

Direct mechanical implantation seems the most likely hypothesis to explain scar endometriosis after OB/GYN procedures, according to the authors, whereby “mechanical dissemination during normal vaginal delivery, for example, allows transplantation of viable decidual endometrial cells into the episiotomy wound or perineal tear.”

 

Scar endometriosis, however, also can occur after general surgical procedures like appendicectomy, inguinal hernial repair, and laparoscopic cholecystectomy or even after laparoscopic gastric bypass.

 

Among the various explanations of the pathogenesis of spontaneously developing perineal endometriotic lesions, the most likely is lymphovascular dissemination. But the presence of endometriosis in the labia majora could also result from the direct spread of pelvic endometriosis along the round ligaments or canal of Nuck remnants.

 

Immunological, genetic, and familial factors also may be implicated in the pathogenesis of this condition.

 

Due to the rarity of the disease and its variability in clinical presentation, the condition is hardly recognized by some health care professionals, leading to a delayed diagnosis.

 

The review found a mean duration of symptoms of 12 months, ranging from 2 weeks to 20 years, before the disease was correctly diagnosed.

 

Because an evidence-based approach to the diagnosis, treatment, and recurrence rate of affected patients remains a challenge due to low prevalence—coupled with the variations in management and limited quality of available studies—the authors propose a prospective database of vulvo-perineal endometriosis to increase knowledge and awareness among health care professionals and to optimize patient care.

 

Read more: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34046423/

 

Fertility drugs do not increase breast cancer risk

Fertility drugs do not increase breast cancer risk

Drugs routinely used during fertility treatments to release eggs do not increase the risk of developing breast cancer, new research has shown.

Researchers from King’s College London, in partnership with King’s Fertility, analysed studies involving 1.8 million women undergoing fertility treatments. These women were followed up in studies for an average period of 27 years and had no increase in the risk of developing breast cancer.

The research, published in Fertility and Sterility journal, is the largest study to date assessing whether commonly used fertility drugs are for a cancer risk for women.

Fertility treatments can range from using medications to boost the release of an egg in a women’s natural cycle to more complex treatment such as IVF which involves stimulating a patient’s ovarian cycle, extracting eggs from their ovaries, fertilising them with sperm in a laboratory, then transferring the embryo into the womb to develop.

Fertility drugs to stimulate ovaries to release eggs have been used to treat infertility since the early 1960s. Drugs that are used to stimulate the ovaries increase oestrogen hormone production and can act on breast cells. There has been concern that this could turn the cells cancerous, which has led to an uncertainty about the potential risk of infertility drugs causing breast cancer.

The review looked at studies from 1990 to January 2020. Women of all reproductive ages were included in this study and followed up for an average of 27 years following their fertility treatment. ‘Researchers found no significant increase in risk to women exposed to treatment versus untreated women, and untreated women who were infertile.

Study author Dr Yusuf Beebeejaun from King’s College London and King’s Fertility said: “Fertility treatment can be an emotional experience. Patients often ask us if taking ovarian stimulating drugs will put them at increased risk of developing cancers, including breast cancer. To answer that important clinical question, we undertook this review that reports data from nearly 2 million people.”

Dr Sesh Sunkara, senior-author of the paper, from King’s College London and King’s Fertility said ”Our study showed that the use of drugs to stimulate ovaries in fertility treatment did not put women at increased risk of breast cancer. This study provides the evidence needed to reassure women and couples seeking fertility treatments.”

Katy Lindemann, a patient advocate with lived experience of fertility treatment said: “So much of the fear, stress and anxiety associated with fertility treatment is rooted in navigating uncertainty. This study not only gives patients peace of mind at an emotional level, but also enables us to make more informed decisions about treatment risks and benefits at a rational level.”

Dr Kotryna Temcinaite, Senior Research Communications Manager at Breast Cancer Now, said: “Each year around 55,000 UK women get the terrible news that they have breast cancer. We urgently need to learn more about what factors contribute to someone’s risk of developing the disease and stop women dying from breast cancer.

“Previously it was unclear whether fertility drugs affect breast cancer risk, and we do receive calls to our Helpline from women who are concerned that their breast cancer has been caused by fertility treatment. While this analysis of existing published studies does provide welcome reassurance that fertility treatment is unlikely to increase breast cancer risk, further long-term and detailed studies are now needed to confirm these findings.

 

Read more: https://www.fertstert.org/article/S0015-0282(21)00077-7/fulltext

 

Τεχνητή νοημοσύνη για την αξιολόγηση της ανδρικής υπογονιμότητας

Τεχνητή νοημοσύνη για την αξιολόγηση της ανδρικής υπογονιμότητας

Με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης αξιολογήθηκαν δείγματα ιστού σε άνδρες που παράγουν λίγα ή καθόλου σπερματοζωάρια.

Ερευνητές στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Toho στην Ιαπωνία θέλησαν να διαπιστώσουν εάν η πλατφόρμα Vision Google Automated Machine Learning (AutoML) θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να γίνεται η παραδοσιακή μέθοδος βαθμολόγησης Johnson, αντί να την κάνουν παθολόγοι.

Η μέθοδος βαθμολόγησης Johnson χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί η ικανότητα ενός άνδρα να παράγει βιώσιμα σπερματοζωάρια, με βάση την εξέταση δειγμάτων ιστού που λαμβάνονται από τους όρχεις. Συχνά είναι το πρώτο στάδιο της θεραπείας της αζωοσπερμίας (όταν δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια στο σπέρμα).

Ο Δρ. Hideyuki Kobayashi, αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος ουρολογίας στη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Toho είπε: «Το μοντέλο που δημιουργήσαμε μπορεί να ταξινομήσει ιστολογικές απεικονίσεις των όρχεων χωρίς τη συμμετοχή παθολόγου.  Ελπίζω ότι η προσέγγισή μας θα δώσει τη δυνατότητα στους κλινικούς ιατρούς σε κάθε τομέα της ιατρικής να δημιουργήσουν μοντέλα που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, τα οποία θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην καθημερινή κλινική πρακτική».

Οι ερευνητές επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν το προϋπάρχον εργαλείο της Google AutoML Vision, για να αποφύγουν τη δημιουργία ενός νέου εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ιστολογικές τομές ορχικού ιστού που ελήφθησαν από τους όρχεις 264 ανδρών, για να δημιουργήσουν δύο ομάδες δεδομένων με εικόνες στο Adobe Photoshop Elements 2020. Από αυτές, χρησιμοποιήθηκαν τα δύο τρίτα για να «εκπαιδεύσουν» το εργαλείο, έτσι ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει διαφορετικά μέρη του ορχικού ιστού.

Στη συνέχεια, μελέτησαν και επιβεβαίωσαν τη λειτουργία του  αλγόριθμου που είχε δημιουργηθεί χρησιμοποιώντας τις υπόλοιπες τομές για να δουν αν θα μπορούσε να προσδιορίσει διαφορετικά μέρη του ιστού, να αξιολογήσει την εμφάνισή του και να τον κατατάξει σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες της βαθμολόγησης Johnson.

Στη συνέχεια συνέκριναν τα αποτελέσματα με τα ευρήματα των ερευνητών που χρησιμοποίησαν παραδοσιακές μεθόδους και αποδείχθηκε ότι τα αποτελέσματα της ηλεκτρονικής πλατφόρμας είχαν υψηλά ποσοστά συμφωνίας.

Οι ερευνητές τόνισαν πάντως ότι η αξία των ευρημάτων είναι περιορισμένη, καθώς θα μπορούσαν να έχουν επιλεγεί συγκεκριμένες εικόνες όταν εκπαίδευαν, δοκίμαζαν και εξέταζαν την αποτελεσματικότητα του νέου ψηφιακού εργαλείου.

Ο Δρ Kobayashi είπε ότι η αξιολόγηση των ιστολογικών τομών­­ με τον παραδοσιακό τρόπο είναι περίπλοκη και χρονοβόρα για τους παθολόγους, λόγω της «πολυπλοκότητας» του ιστού όταν προχωρούν τα στάδια της σπερματογένεσης. Η χρήση ενός μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία και την παραπομπή των ασθενών. Θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί σε απομακρυσμένες περιοχές και αναπτυσσόμενες χώρες.

«Το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιήσαμε είναι χρήσιμο για όλους. Θα μπορούσε να γίνει ένα δυνατό εργαλείο στην ιατρική που στο εγγύς μέλλον, οι γιατροί στα νοσοκομεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν εύκολα  να ταξινομούν απεικονίσεις με τεχνητή νοημοσύνη, έτσι όπως τώρα χρησιμοποιούν το Microsoft PowerPoint ή το Excel», είπε ο επικεφαλής της μελέτης.

 

Διαβάστε περισσότερα: https://www.nature.com/articles/s41598-021-89369-z

 

Dietary interventions for treating endometriosis

Dietary interventions for treating endometriosis

A systematic review of the effectiveness of dietary interventions to treat endometriosis in the journal Reproductive Sciences has found a potential benefit of the Mediterranean diet and antioxidant supplementation on endometriosis-associated pain.

 

The review also concluded that certain patients with endometriosis suffering from gastrointestinal symptoms might benefit from diets that exclude or reduce specific substances such as gluten-free, low-nickel and low FODMAP (fermentable oligosaccharides, disaccharides, monosaccharides and polyols) foods.

 

Senior author Konstantinos Nirgianakis, MD, a consultant in ob/gyn at the University Hospital of Bern in Switzerland, was inspired to undertake the review because of the need of his patients in the endometriosis unit to receive a treatment other than hormones or surgery.

 

The authors noted that the therapeutic potential of dietary interventions is currently unclear and there are no guidelines to help physicians.

 

“The available evidence from a systematic review on the dietary possibilities to treat endometriosis-associated pain can be now presented to interested patients,” Nirgianakis told Contemporary OB/GYN.

 

MEDLINE and COCHRANE were searched electronically. Of the nine human studies included, two were randomized controlled trials, two were controlled studies, four were uncontrolled before-after studies and one was a qualitative study.

 

Study follow-up periods ranged from 4 weeks to 12 months. Four studies were from Italy, and 1 each from Austria, Sweden, Australia, Mexico, and Iran.

 

All the studies assessed a different dietary intervention, which the authors classified into 1 of 3 groups: complete diet modification, supplementation with selected dietary components, and exclusion of selected dietary components.

 

“Most of the studies found that diet had a positive effect on endometriosis,” Nirgianakis said. “However, all studies are characterized by moderate and/or high-risk bias, thus limiting the validity of the results.”

 

The Mediterranean diet reduced endometriosis-associated pain in a randomized controlled trial (RCT). Among the 68 women who adhered to a nutrition plan of fresh vegetables, fruit, white meat, fish rich in fat, soy products, wholemeal products, and foods rich in magnesium and cold-pressed oils, “there was a significant relief of general pain, dysmenorrhea, dyspareunia and dyschezia, as well as an improvement in the general condition of endometriosis,” Nirgianakis said.

 

Three studies investigated the role of an antioxidant supplementation like specific vitamins, fish oils, and mineral salts. “A significant reduction of symptoms was observed in 2 of these studies, 1 of which was a randomized controlled trial,” Nirgianakis said.

 

Three studies evaluated diets excluding or reducing specific substances. “Two of the studies enrolled only patients with endometriosis and gastrointestinal symptoms, while the third study included patients with endometriosis in general,” Nirgianakis said. All 3 studies showed an improvement of symptoms in at least 70% of patients adhering to the diet.

 

“Overall, it was a surprise to me the lack of adequate studies on such an important topic as dietary interventions for endometriosis,” Nirgianakis said.

 

The authors advocate an evidence-based clinical approach for physicians to use during consultations with their patients. However, further well-designed RCTs are needed to accurately determine the short- and long-term effectiveness and safety of different dietary interventions for endometriosis.

 

Read more: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33761124/

 

 

 

Ανευπλοειδή έμβρυα συχνά εξελίσσονται σε υγιή μωρά

Ανευπλοειδή έμβρυα συχνά εξελίσσονται σε υγιή μωρά

Ορισμένα από τα έμβρυα που χαρακτηρίζονται ως ανευπλοειδή μετά από γενετικές εξετάσεις (έμβρυα με λανθασμένο αριθμό χρωμοσωμάτων) και δεν χρησιμοποιούνται στην εξωσωματική, έχουν τη δυνατότητα να αυτοδιορθωθούν και να υπάρξει μία υγιής εγκυμοσύνη, σύμφωνα με νέα μελέτη.

 

Το εύρημα ότι τα έμβρυα που εμφανίζουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες είναι πιο βιώσιμα από ό, τι πιστεύαμε μέχρι τώρα, θα μπορούσε να αλλάξει την προσέγγισή μας στην εξωσωματική γονιμοποίηση και να αυξήσει τα ποσοστά επιτυχίας.

 

Είναι συνηθισμένη πρακτική να ελέγχονται τα έμβρυα για τον αριθμό χρωμοσωμάτων πριν μεταφερθούν στη μήτρα της μητέρας. Η εξέταση ονομάζεται προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανεπυλοειδίες (PGT-A) και έχει ως στόχο να μειωθούν οι πιθανότητες αποβολής.

 

Αμερικανοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ανευπλοειδή έμβρυα έχουν την ικανότητα να αυτο-διορθώνονται και τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε υγιή μωρά.

 

Ο Δρ. Ali Brivanlou, επικεφαλής του εργαστηρίου συνθετικής εμβρυολογίας στο Πανεπιστήμιο Rockefeller της Νέας Υόρκης, δήλωσε: «Αυτό το εύρημα θα φέρει επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο προοδεύει η εξωσωματική γονιμοποίηση. Αυτή η εξέταση  είναι ξεπερασμένη και πρέπει να αντικατασταθεί με ακριβέστερη τεχνολογία αξιολόγησης της ποιότητας των εμβρύων».

 

Στην πρώτη κλινική δοκιμή, οι ερευνητές μετέφεραν έμβρυα που είχαν απορριφθεί βάσει του PGT-A σε γυναίκες που είχαν δώσει φυσικά τη συγκατάθεσή τους.

 

Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι γυναίκες έκαναν γενετικές εξετάσεις, φάνηκε ότι δεν υπήρχαν πλέον σημάδια ανευπλοειδίας.

 

Το ποσοστό γέννησης ζωντανών μωρών και αποβολών ήταν παρόμοιο με εκείνο των γυναικών στις οποίες είχαν μεταφερθεί   έμβρυα που κριθεί ως υγιή από το PGT-A (18% εγκυμοσύνες και 12% γέννηση ζωντανού μωρού σε γυναίκες με μέση ηλικία τα 40).

 

Οι ερευνητές θέλησαν να καταλάβουν πως τα «ελαττωματικά» έμβρυα κατάφεραν να αναπτυχθούν κανονικά.

 

Χρησιμοποίησαν εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα, δημιούργησαν τεχνητά ανθρώπινα έμβρυα στο εργαστήριο και μελέτησαν την ανάπτυξή τους.

 

Διαπίστωσαν ότι το ποσοστό των ανευπλοειδών κυττάρων μειώθηκε καθώς αναπτύχθηκαν τα έμβρυα. Διαπίστωσαν επίσης ότι τα ανευπλοειδικά κύτταρα απομακρύνονται από το εσωτερικό τμήμα του εμβρύου από το οποίο δημιουργείται το μωρό.

 

Αντίθετα, διαπίστωσαν ότι τα ανευπλοειδικά κύτταρα παραμένουν στο εξωτερικό στρώμα των πρώιμων εμβρύων, το μέρος που τελικά γίνεται ο πλακούντας.

 

Ο επικεφαλής της μελετης Dr Norbert Gleicher, επιστημονικός διευθυντής στο Κέντρο Ανθρώπινης Αναπαραγωγής στη Νέα Υόρκη, δήλωσε: «Χιλιάδες καλά έμβρυα απορρίπτονται καθημερινά. Τώρα πια έχουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τα ευρήματα αυτής της μελέτης για να βοηθήσουμε πολύ περισσότερα υπογόνιμα ζευγάρια».

 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://www.nature.com/articles/s41556-021-00660-7

Healthy diet before during pregnancy linked to lower complications

Healthy diet before during pregnancy linked to lower complications

A healthy diet around the time of conception through the second trimester may reduce the risk of several common pregnancy complications, suggests a new study. Expectant women in the study who scored high on any of three measures of healthy eating had lower risks for gestational diabetes, pregnancy-related blood pressure disorders and preterm birth.

 

The study was conducted by Cuilin Zhang, M.D., Ph.D., and colleagues at NIH’s Eunice Kennedy Shriver National Institute of Child Health and Human Development (NICHD). It appears in the American Journal of Clinical Nutrition.

 

The researchers analyzed dietary data collected multiple times during pregnancy from the NICHD Fetal Growth Study.

 

Nearly 1,900 women responded to questionnaires on their diets at eight to 13 weeks of pregnancy and were asked to estimate what they ate in the previous three months. At 16 to 22 weeks and 24 to 29 weeks, the women identified what they ate in the previous 24 hours.

 

Their responses were scored according to three measures of healthy eating: the Alternate Healthy Eating Index (AHEI), Alternate Mediterranean Diet (AMED), and Dietary Approaches to Stop Hypertension (DASH) diet. All three measures emphasize consumption of fruits, vegetables, whole grain, nuts and legumes while limiting red and processed meat.

 

Overall, the researchers found that following any of the diets around the time of conception through the second trimester was associated with a lower risk of gestational diabetes, hypertension, preeclampsia and preterm delivery.

 

For example, women with a high AHEI score at 16 to 22 weeks had a 32% lower risk for gestational diabetes than women with a low AHEI score. Women with a high DASH score at eight to 12 weeks and 16 to 22 weeks had a 19% lower risk for pregnancy-related high blood pressure disorders. A high AMED score at 24 to 29 weeks or a high DASH score at 24 to 29 weeks was associated with a 50% lower risk for preterm birth.

 

Read more: https://academic.oup.com/ajcn/advance-article/doi/10.1093/ajcn/nqab145/6285446

 

Sperm help ‘persuade’ the female to accept pregnancy

Sperm help ‘persuade’ the female to accept pregnancy

Sperm are generally viewed as having just one action in reproduction — to fertilise the female’s egg — but studies at the University of Adelaide are overturning that view.

Published in Nature Research journal Communications Biology, new research shows that sperm also deliver signals directly to the female reproductive tissues to increase the chances of conception.

Robinson Research Institute’s Professor Sarah Robertson, who led the project, said: “This research is the first to show that the female immune response is persuaded by signals in sperm to allow the male partner to fertilise her eggs and conceive a pregnancy.

“This overturns our current understanding of what sperm are capable of — they are not just carriers of genetic material, but also agents for convincing the female to invest reproductive resources with that male.”

It has been known that proteins in seminal fluid modulate the female immune response at conception to encourage her body to accept the foreign embryo. Whether sperm affect this response has not been clear until now.

The team evaluated effects on global gene expression in the mouse uterus after mating with males with intact sperm, or vasectomized males. Intact males induced greater changes in female genes, particularly affecting immune response pathways.

The females that had contact with sperm produced stronger immune tolerance than those females mated with vasectomised males. By examining effects of sperm interactions with female cells in cell culture experiments, the researchers confirmed the sperm were directly responsible.

These new findings suggest that sperm health isn’t only important for conceiving, but also has ongoing effects on the chances of a healthy baby. Factors like age, diet, weight, alcohol and smoking, and exposures to environmental chemicals can affect sperm quality in men and so might have greater consequences for pregnancy health than previously considered.

“Recognition that sperm influence reproductive events beyond simply fertilizing oocytes shows that sperm quality can have consequences for pregnancy health, beyond just conception,” Professor Robertson said.

“Conditions like recurrent miscarriage, preeclampsia, preterm birth and stillbirth are affected by the female’s immune response in ways that the partner’s sperm contribute to.”

Read more: https://www.nature.com/articles/s42003-021-02038-9

 

Source: https://www.sciencedaily.com/releases/2021/05/210517102645.htm

Risk of developmental difficulties remains high among children born early

Risk of developmental difficulties remains high among children born early

Children born preterm (before 37 weeks of pregnancy) remain at high risk of developmental difficulties that can affect their behaviour and ability to learn, finds a study published by The BMJ today.

These difficulties were found not only in children born extremely preterm (22-26 weeks) but also in those born very and moderately preterm (between 27 and 34 weeks), say researchers.

Survival of preterm babies has increased worldwide. Children born early often have developmental issues, but studies have mainly focused on those born extremely preterm (22-26 weeks’ gestation) and less is known about children born very and moderately preterm (27-34 weeks’ gestation).

Given how important it is to identify children most at risk of developmental difficulties, researchers in France set out to describe neurodevelopment among children born before 35 weeks compared with children born at full term.

Their findings are based on 3,083 French children aged 5½ born after 24-26, 27-31, and 32-34 weeks gestation who were taking part in the EPIPAGE-2 study (designed to investigate outcomes of preterm children over the past 15 years) and a comparison group of 600 children born at full term.

Neurodevelopmental outcomes such as cerebral palsy, sensory impairments (blindness and deafness), and brain function (cognition), as well as behavioural difficulties and movement disorders, were assessed using recognised tests.

To further assess the family and social burden of prematurity, measures such as the need for extra support at school, visits to a psychiatrist, speech therapist or physiotherapist, and parental concerns about development, were also recorded.

After adjusting for other potentially influential factors, the researchers found that rates of neurodevelopmental disabilities increased as gestational age decreased.

For example, among the 3,083 children assessed, rates of severe to moderate neurodevelopmental disabilities were 28%, 19% and 12% and rates of mild disabilities were 39%, 36%, and 34% among children born at 24-26, 27-31 and 32-34 weeks, respectively.

Assistance at school was used by 27%, 14% and 7% of children born at 24-26, 27-31, and 32-34 weeks, respectively. And about half of children born at 24-26 weeks received at least one developmental intervention which fell to 26% for those born at 32-34 weeks.

Behaviour was the concern most commonly reported by parents.

Rates of neurodevelopmental disabilities were also higher in families with low socioeconomic status.

This is an observational study, so can’t establish cause, and the researchers point to some limitations that may have affected their results. However, by assessing a wide range of developmental and behavioural issues, they were better able to reflect the complexity of difficulties faced by these children and their families.

As such, they say their findings indicate that preterm birth “continues to pose a large burden for families, healthcare, and educational systems.”

Although rates of severe to moderate neurodevelopmental disabilities decreased with increasing gestational age, they point out that around 35% of the moderately to extremely preterm born children had mild disabilities requiring special care or educational services.

And a considerable proportion of parents had concerns about their child’s development, particularly about behaviour, which warrant attention, they add.

“Difficulties faced by these groups of children and their families should not be underestimated,” they conclude.

 

Read more: https://www.bmj.com/content/373/bmj.n741

 

Το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού δεν επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών

Το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού δεν επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών

Μια νέα μελέτη του Ιατρικού Κέντρου Χαντάσα, του πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ έδειξε ότι το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού της Pfizer δεν έχει επιπτώσεις στη γονιμότητα των γυναικών.

Οι Ισραηλινοί ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τόσο το εμβόλιο, όσο και ο ιός δεν μειώνουν τις πιθανότητες μίας γυναίκας να μείνει έγκυος.

Η μελέτη είναι η πρώτη του είδους της και έγινε με τη συμμετοχή 32 γυναικών στο κέντρο εξωσωματικής γονιμοποίησης του Χαντάσα, στο Ισραήλ, όπου η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού (άνω των 16 ετών) έχει ήδη κάνει δύο δόσεις του εμβολίου κατά του κορωνοϊού.

«Περίπου οι μισές γυναίκες ήρθαν στο κέντρο για να καταψύξουν ωάρια ή επειδή είχε ο σύντροφός τους κάποιο πρόβλημα γονιμότητας και οι άλλες μισές επειδή είχαν οι ίδιες θέμα υπογονιμότητας», είπε η Δρ Anat Hershko, διευθύντρια της μονάδας εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη ομάδα είχαν κάνει το εμβόλιο Pfizer, στη δεύτερη γυναίκες που είχαν κολλήσει κορωνοϊό και ανάρρωσαν από την ασθένεια και στην τρίτη ομάδα γυναίκες που δεν είχαν εκτεθεί στον κορωνοϊό.

Οι ερευνητές εξέτασαν το θυλακικό υγρό, που βρίσκεται σε άμεση επαφή με το ωάριο και επηρεάζει την ποιότητά του.

«Αυτό το υγρό είναι μια πολύ καλή πηγή για να πάρουμε στοιχεία σχετικά με το περιβάλλον του ωαρίου, καθώς μπορεί να αναλυθεί σε ορμονικό επίπεδο και να ελεγχθεί για ορισμένες πρωτεΐνες που σύμφωνα με την ιατρική βιβλιογραφία είναι καλοί δείκτες για την ποιότητα του ωαρίου. Αυτό ακριβώς κάναμε», είπε η Hershko.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν με χαρά ότι το εμβόλιο δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο το ωάριο. Κατάφεραν επίσης να εντοπίσουν στο θυλακικό υγρό τα αντισώματα κατά του κορωνοϊού. Όλες οι ασθενείς που είχαν αντισώματα στο αίμα, είχαν αντισώματα και στο υγρό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, καθώς φάνηκε ότι το περιβάλλον των ωοθηκών προστατεύεται από την ασθένεια.

Η επικεφαλής της μελέτης διαβεβαίωσε εκείνους που άκουσαν “θεωρίες συνωμοσίας” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ο κορωνοϊός δεν επηρεάζει τη γονιμότητα της γυναίκας, πως τα σενάρια αυτά δεν ισχύουν.

«Δεν βλέπω κανένα βιολογικό λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι πρέπει να φοβούνται το εμβόλιο», είπε η Hershko. «Πιθανώς σε μια τόσο αγχωτική εποχή, οι άνθρωποι έχουν φόβους που σχετίζονται με τη μελλοντική τους γονιμότητα».

Η επικεφαλής της μελέτης τόνισε ότι αν και η προκαταρκτική μελέτη διεξήχθη σε ένα μικρό δείγμα γυναικών, είναι σημαντικό που μπορεί πλέον να παρουσιάζει στοιχεία στις ασθενείς που ανησυχούν ότι το εμβόλιο και ο κορωνοϊός μπορεί να έχουν επιπτώσεις στη γονιμότητά τους. «Πριν είχαν εκείνες την άποψή τους κι εγώ τη δική μου. Τώρα μπορώ να τις διαβεβαιώσω για το τι συμβαίνει, με δεδομένα από τον πραγματικό κόσμο», είπε.

 

https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2021.04.09.21255195v1

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin