Άρθρο του Ι. Σούση

Μαιευτήρα Γυναικολόγου, Ιατρού Αναπαραγωγής

Οι γυναίκες που έχουν θηλάσει τα παιδιά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν μειωμένο κίνδυνο να διαγνωστούν με ενδομητρίωση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης ανάλυσης στοιχείων που έχει γίνει μέχρι τώρα.

Οι ερευνητές του νοσοκομείου Brigham and Women’s της Βοστόνης ανέλυσαν στοιχεία από τη έρευνα Nurses’ Health Study II, η οποία είχε θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση δεκάδες χιλιάδες γυναίκες και κατέγραψε στοιχεία για περισσότερα από 20 χρόνια.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση British Medical Journal, από τις 72,394 γυναίκες που είχαν μία ή περισσότερες κυήσεις (διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών) οι 3,296 διαγνώστηκαν λαπαρασκοπικά με ενδομητρίωση μετά την πρώτη τους εγκυμοσύνη.

Οι ερευνητές κατέγραψαν για πόσο διάστημα είχε θηλάσει τα παιδιά της κάθε γυναίκα, πόσος χρόνος ήταν αποκλειστικός θηλασμός και πόσος χρόνος πέρασε από τον πρώτο τοκετό.

Σε σύγκριση με τις γυναίκες που θήλασαν για λιγότερο από έναν μήνα ανά εγκυμοσύνη, εκείνες που θήλασαν για έναν χρόνο ή περισσότερο, διαπιστώθηκε ότι είχαν 32% μικρότερες πιθανότητες διαγνωστούν με ενδομητρίωση.

Για κάθε επιπλέον τρεις μήνες θηλασμού ανά εγκυμοσύνη, ο κίνδυνος εκδήλωσης ενδομητρίωσης μειώθηκε κατά 8%. Η μείωση αυτή ήταν ακόμα μεγαλύτερη για τις γυναίκες που είχαν αναφέρει αποκλειστικό θηλασμό και έφθανε το 14% για κάθε τρεις επιπλέον μήνες αποκλειστικού θηλασμού ανά κύηση.

Όσες γυναίκες είχαν θηλάσει αποκλειστικά, συνολικά για 1,5 χρόνο ή περισσότερο στην αναπαραγωγική τους ζωή, είχαν 30% μικρότερο κίνδυνο να διαγνωστούν με ενδομητρίωση.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιλόχεια αμηνόρροια (προσωρινή απουσία εμμηνορρυσίας όταν η γυναίκα θηλάζει) αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την σχέση θηλασμού και εκδήλωσης ενδομητρίωσης

«Ο θηλασμός αλλάζει πολλές από τις γυναικείες ορμόνες, περιλαμβανομένης της οξυτοκίνης, των οιστρογόνων, της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης, για τις οποίες υπάρχουν αποδείξεις ότι παίζουν ρόλο στην παθοφυσιολογία της ενδομητρίωσης», αναφέρεται στα συμπεράσματα της μελέτης.

Η ενδομητρίωση είναι η δεύτερη συχνότερη -μετά το ινομύωμα- γυναικολογική πάθηση. Το ενδομήτριο, η λεπτή εσωτερική επένδυση της μήτρας, για άγνωστο λόγο, αναπτύσσεται και λειτουργεί εκτός μήτρας (πχ στις ωοθήκες, στο περιτόναιο, στο έντερο, στην κύστη, πίσω από τη μήτρα). Ο ιστός αυτός δημιουργεί φλεγμονή και συνήθως πόνο.

Το 30%-50% των ασθενών με ενδομητρίωση εμφανίζουν υπογονιμότητα.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ:

http://www.bmj.com/content/358/bmj.j3778

http://contemporaryobgyn.modernmedicine.com/node/440443