diagnosis of endometriosis

Discovery promises early diagnosis of endometriosis

Discovery promises early diagnosis of endometriosis

By I.Soussis, MD, MSc, FRCOG, Fertility Specialist


Scientists from the Feinstein Institute for Medical Research announced an experimental, rapid and non-invasive way to diagnose endometriosis, which may lead to earlier and more effective treatments for this disorder that affects approximately 176 million women globally.

The scientists found that a particular feature of cells found in menstrual blood suggests that a patient has endometriosis, according to findings published in Molecular Medicine.

The simple test uses menstrual blood and takes only a few days to report. This is a dramatic improvement over current diagnostic methods that rely on laparoscopy, which patients try to avoid, delaying diagnosis typically five to 10 years from the onset of symptoms.

Endometriosis is a chronic condition in which the endometrium grows outside the uterus, typically in the abdominal cavity or on internal organs. Patients often experience significant pain and discomfort during their period or intercourse.  Endometriosis may also lead to infertility or hysterectomy.

Researchers at the Feinstein Institute established the Research Out-Smarts Endometriosis (ROSE) program to study the genetic basis of endometriosis and what is occurring at the cellular level in this disease. As part of ROSE, healthy women and others with endometriosis, provide peripheral and menstrual blood samples which are stored in a biobank so that they can be analysed in current and future research studies.

The recently-published study focused on the role of stromal fibroblasts, a type of stem cell found in menstrual blood, and the immune system. Professors Christine N.Metz, PhD and Peter K.Gregersen, MD, along with Laura A. Warren, an MD-PhD student at the Donald and Barbara Zucker School of Medicine at Hofstra/Northwell have led this research effort.

“The cause of endometriosis is not known. One theory is retrograde menstruation, which is where menstrual blood containing uterine tissue is transported into the abdominal cavity instead of out of the body. Almost all women experience retrograde menstruation, but we’re unsure why in some women this endometrial tissue latches on to the abdominal wall and internal organs and grows causing endometriosis,” said Dr. Metz. “In this study, we found that the stem cells in the menstrual blood of women with endometriosis are very different from those of healthy women and we are learning from these differences to develop a novel non-invasive diagnostic test.”

Metz and her colleagues observed that the menstrual blood of endometriosis patients contained a significantly smaller number of uterine natural killer (uNK) cells compared with healthy participants. In addition to this decrease, they observed that endometriosis patients’ stem cells showed impaired decidualization, a process that prepares the uterus for embryo implantation.

“Instead of having to undergo surgery to accurately diagnose endometriosis, these findings will enable us to develop a rapid test for endometriosis based on menstrual blood, which can be easily collected. This will allow medical professionals to know if someone is at risk of developing endometriosis and start treatment sooner, and it will help them monitor patients’ responses to treatment,” said Dr. Gregersen. “Endometriosis is a chronic, complex condition and improved understanding of this disease through studying menstrual blood is likely to drive personalization of new therapies.”


You can read the data published in Molecular Medicine, here:


Source: https://www.feinsteininstitute.org/2018/03/feinstein-institute-discovery-promises-improved-diagnosis-understanding-endometriosis/

Image credit: http://healthizmo.com/endometriosis-what-you-need-to-know

A new non-invasive diagnostic test for endometriosis

A new non-invasive diagnostic test for endometriosis

A revolutionary new diagnostic test for endometriosis will shortly be released by an American company. The test developed by the San Francisco based company uses the patient’s saliva to look for particular biomarkers found to be elevated in endometriosis patients.

Endometriosis is a chronic condition where the tissue that lines the womb (called endometrium) grows outside of the womb. This ectopic tissue then bleeds at the same time as a normal period and causes pain. 

Endometriosis is extremely difficult to diagnose due to overlapping symptoms with other gynaecological conditions and usually, there is a long delay from the first appearance of symptoms to a definitive diagnosis.

Currently, the only way to diagnose endometriosis is through laparoscopy, so the availability of such a simple non-invasive test would be welcomed by patients and clinicians alike. 

American company Dotlab announced it will mail a saliva test kit to the patient’s home. The patient then will mail the saliva sample back to them and later get their results through a secure online dashboard.

There is no data available as yet about the reliability of the saliva-based test but the company claims it has been tested on thousands of patients to date. 

The development of the test seems to have stemmed from much research the company has carried out into the levels of molecules called microRNAs present in the blood. 

The levels of these molecules could be used to accurately predict a surgically achieved diagnosis of endometriosis in those suspected of having the condition. 

Dr. Hugh Taylor, Chair of Obstetrics, Gynecology, and Reproductive Sciences at the Yale School of Medicine, Chief Medical Officer and co-founder of Dotlab said: “Diagnostic biomarkers for endometriosis have the potential to dramatically reduce the time from the onset of symptoms to effective diagnosis and management.” Dr. Taylor also said that once diagnosed, the test could be used for ongoing monitoring of the disease, “These biomarkers could be used to not only identify patients requiring medical or surgical treatment but also to monitor treatment response and recurrence of the disease.”

At present, there is only an early access program allowing some clinicians to get their hands on the kit. The company has not announced a general release date or if the test will be available throughout the world.



Αρθρο του Ι.Σούση


Οι αρχικές γενετικές μελέτες της ενδομητρίωσης έδειξαν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της νόσου σε συγγενείς και δίδυμες γυναίκες. Mελέτες της ανάπτυξης του ενδομητρίου και των ενδομητριωσικών εστιών καθώς και περιβαλλοντολογικές και γενετικές μελέτες, έδειξαν ότι η ενδομητρίωση αναπτύσσεται από την αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η πλήρης αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος το 2001 ήταν ένας άθλος της επιστήμης και έφερε επανάσταση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη ασθένεια. Το ανθρώπινο DNA βρίσκεται σε 46 χρωμοσώματα και αποτελείται απο 3 δισεκατομμύρια χημικές βάσεις. Έχουν καταγραφεί 30,000 γονίδια. Στη πράξη αποδείχτηκε δύσκολο να βρούμε τους γενετικούς παράγοντες που προκαλούν την ενδομητρίωση, γιατί αυτή οφείλεται στη δράση πολλών γονιδίων και περιβαλλοντικών παραγόντων. Τα γονίδια αυτά δεν κληρονομούνται με τους απλούς κανόνες του Mendel, όπως π.χ. οι ομάδες αίματος. Καινούργιες μοριακές τεχνικές (ανάλυση και σύγκριση όλου του γονιδιώματος ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν και που δεν έχουν ενδομητρίωση) έφεραν στο φώς πολλά υποψήφια γονίδια σχετιζόμενα με την ανάπτυξη της ενδομητρίωσης. Αυτά τα γονίδια συνήθως βρίσκονται κοντά σε άλλα γονίδια,τα οποία σχετίζονται με την ανάπτυξη του γυναικείου γεννητικού συστήματος. Με την ανακάλυψη νέων γονιδίων και των τρόπων δράσης τους, πλησιάζει η ώρα που η πρόληψη και η θεραπεία της ενδομητρίωσης θα γίνει πραγματικότητα, ανακουφίζοντας εκατομμύρια γυναίκες.


Ήδη από το 1941 κατέστη εμφανές ότι η ενδομητρίωση εμφανιζόταν πιο συχνά σε συγγενείς γυναικών που έπασχαν από τη νόσο. Σε μία μελέτη 350 γυναικών με ενδομητρίωση το 1971, το 22,4% ανέφερε μία συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού, η οποία επίσης είχε ενδομητρίωση. Το 1981 ο Simpson και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν την πρώτη γενετική μελέτη γυναικών με ιστολογικά βεβαιωμένη ενδομητρίωση. Ανέφεραν ότι το 6,9% των γυναικών είχε μια συγγενή πρώτου βαθμού με ενδομητρίωση. Αντίθετα, από την οικογένεια του συζύγου λιγότερο από 1% των γυναικών έπασχαν από ενδομητρίωση. Σε μια άλλη μελέτη ο Mallinak et.al συνέκριναν τη σοβαρότητα της ενδομητρίωσης σε γυναίκες με πάσχοντες συγγενείς με γυναίκες χωρίς πάσχοντες συγγενείς. Βρήκαν ότι οι γυναίκες με πάσχοντες συγγενείς είχαν ενδομητρίωση πιο σοβαρής μορφής ( στάδια 3 και 4) σε σχέση με τις άλλες ( στάδια 1και 2). Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν περισσότερο την άποψη της γενετικής συμβολής στην ανάπτυξη της ενδομητρίωσης. Μάλιστα υπολογίστηκε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης ενδομητρίωσης σε συγγενή πρώτου βαθμού ήταν 7%. Στη Βρετανία οι Coxhead and Thomas συνέκριναν 64 γυναίκες με ιστολογικά αποδεδειγμένη ενδομητρίωση με 128 γυναίκες χωρίς ενδομητρίωση. 9.4% των γυναικών με ενδομητρίωση είχαν συγγενή που και αυτή έπασχε από ενδομητρίωση, ενώ το ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν μόνο 1,6%. Το ποσοστό ήταν 6 φορές μεγαλύτερο. Μια παρόμοια αλλά πολύ μεγαλύτερη μελέτη στη Νορβηγία απο τους Moen και Magnus εξέτασε 522 γυναίκες με ενδομητρίωση και βρήκε ότι το 3,9% των μητέρων και το 4,8% των αδελφών των γυναικών με ενδομητρίωση έπασχαν και αυτές από την νόσο. Σε αντιδιαστολή, μόνο το 0,6% των αδελφών στην ομάδα σύγκρισης είχαν ενδομητρίωση.


Οι μελέτες διδύμων μας βοηθούν να ξεχωρίσουμε την επίδραση των γονιδίων και του περιβάλλοντος. Μια μικρή μελέτη από τη Νορβηγία εξέτασε 8 ζευγάρια μονοζυγωτικών διδύμων και βρήκε ότι στα 6 ζευγάρια και οι δύο αδελφές έπασχαν από ενδομητρίωση. Στη Βρετανία ο Hadfield εξέτασε 16 ζευγάρια μονοζυγωτικών διδύμων και στα 9 ζευγάρια και οι δύο αδελφές έπασχαν από σοβαρή ενδομητρίωση. Σε άλλα 5 ζευγάρια η μία αδελφή έπασχε από σοβαρού βαθμού ενδομητρίωση και η άλλη από ελαφρότερου βαθμού. Σε δύο ζευγάρια που η μία αδελφή είχε ενδομητρίωση και η άλλη όχι και οι τέσσερις γυναίκες ήταν υπογόνιμες. Αυτό μπορεί να δείχνει κάποια συσχέτιση ανάμεσα στα γονίδια που προκαλούν ενδομητρίωση με αυτά που προκαλούν υπογονιμότητα.


Η τεχνική αυτή μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τη θέση ενός γονιδίου που προκαλεί μία πάθηση. Πολλά νοσήματα τα οποία οφείλονται στη διαταραχή ενός γονιδίου και κληρονομούνται με τούς νόμους του Mendel έχουν ανιχνευθεί. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η μετάλαξη των γονιδίων BRCA1, BRCA2 τα οποία σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού. Η συγκεκριμένη μεθοδολογία έχει χρησιμοποιηθεί και στη περίπτωση της ενδομητρίωσης. Μια μεγάλη μελέτη από τους Treloar και συνεργάτες εξέτασε οικογένειες από την Αυστραλία και την Βρετανία. Αναλύθηκαν γενετικά 4985 γυναίκες από τις οποίες οι 2709 έπασχαν από ενδομητρίωση. Στη μελέτη International Endogene Study δύο διεθνείς ερευνητικές ομάδες από την Οξφόρδη και την Αυστραλία συνεργάστηκαν. Ανιχνεύθηκαν 2 περιοχές που πιθανόν σχετίζονται με την ενδομητρίωση. Μια περιοχή στο χρωμόσωμα 10p26 και η άλλη στο 20p13. Αυτές οι περιοχές κωδικοποιούν τις πληροφορίες για την ανάπτυξη του ενδομητρίου. Οι διαταραχές όμως αυτές δεν αποδείχθηκε ότι προκαλούν ενδομητρίωση. Έτσι παρότι πολλά υποσχόμενη η τεχνική αυτή, δεν έχει ουσιαστικά βοηθήσει στη λύση του αινίγματος της ενδομητρίωσης.


Τα υποψήφια προς μελέτη γονίδια είναι εκείνα τα οποία σχετίζονται με τη λειτουργία και την ανάπτυξη του ενδομητρίου. Ψάχνουμε για διαφορές ανάμεσα σε ασθενείς με ενδομητρίωση και φυσιολογικές γυναίκες. Οι πιο ενδιαφέρουσες κατηγορίες είναι οι ακόλουθες: Γονίδια που ρυθμίζουν το μεταβολισμό του έκτοπου ενδομητρίου Γονίδια που ρυθμίζουν τη δράση των στεροειδών ορμονών και των υποδοχέων τους Γονίδια που ρυθμίζουν τις αντιδράσεις φλεγμονής Γονίδια που σχετίζονται με την αγγειογένεση Τα αποτελέσματα των μελετών αυτών είναι πολλές φορές αντικρουόμενα. Αυτό οφείλεται στο μικρό στατιστικά δείγμα που μελετήθηκε καθώς και σε φυλετικές διαφορές ανάμεσα σε πληθυσμούς.


Η μελέτη ολόκληρου του γονιδιώματος με τη χρήση ειδικών προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή επιτρέπει τη ταχύτατη σύγκριση των πολυμορφισμών ακόμα και μεμονομένων βάσεων του γονιδιώματος ανάμεσα σε πάσχοντες και μη πάσχοντες από κάποια νόσο. Η τεχνική αυτή έχει επιτυχώς χρησιμοποιηθεί σε πολυπαραγοντικές νόσους και έχει αποκαλύψει γενετικούς συσχετισμούς με συγκεκριμένα γονίδια. Πλεονεκτήματα της τεχνικής είναι η ταχύτητα ανάλυσης και η αποκάλυψη γονιδίων που εκ πρώτης δεν σχετίζονται με τη πάθηση. Μειονέκτημα είναι, ότι απαιτούνται χιλιάδες ασθενείς σε κάθε μελέτη, για να βγουν αξιόπιστα συμπεράσματα. Το τελευταίο μερικές φορές ξεπερνιέται με συνδυασμό δεδομένων πολλών μελετών. Η Ισλανδική μελέτη της ενδομητρίωσης ξεχωρίζει από τις άλλες. Η εταιρεία deCODE έχει συλλέξει και αναλύσει το γενετικό υλικό του συνολικού πληθυσμού της χώρας, 290,000 Ισλανδών! Επίσης σε ψηφιακή βάση δεδομένων υπάρχει το 85% των ενήλικων Ισλανδών από τότε που το νησί αποικήθηκε για πρώτη φορά τον 9ο μ.Χ αιώνα! Το DNA 750 Ισλανδών, που διαγνώστηκαν λαπαροσκοπικά με ενδομητρίωση από το 1981-1993 στο Εθνικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο συγκρίθηκε με την ομάδα ελέγχου. Μία γυναίκα έχει 5,2 περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσει ενδομητρίωση, αν η αδελφή της πασχει από τη νόσο. Η πιθανότητα ανάμεσα σε πρώτα ξαδέλφια είναι μικρότερη, αλλά σημαντικά υψηλότερη από ότι στο γενικό πληθυσμό. Επίσης οι επιστήμονες διαπίστωσαν, κοιτώντας το σύνολο του πληθυσμού, ότι η ενδομητρίωση κληρονομείται και από τους δύο γονείς.


Μια πολύ ενδιαφέρουσα ανακάλυψη ανακοινώθηκε το 2012 από το Πανεπιστήμιο του Yale. Μελετήθηκε μία κληρονομούμενη μετάλλαξη του γονιδίου KRAS. Η μετάλλαξη αυτή οδηγεί σε ανώμαλη ανάπτυξη των κυττάρων του ενδομητρίου και στην εξάπλωση τους. Ο επικεφαλής της μελέτης καθηγητής Dr. Hugh S. Taylor ανέφερε ότι η συγκεκριμένη μετάλλαξη βρέθηκε στο 31% των γυναικών με ενδομητρίωση και μόνο στο 5,8% της ομάδας ελέγχου. Πιθανόν τα ευρήματα αυτά να οδηγήσουν σε νέες θεραπείες ή διαγνωστικές εξετάσεις.


Πριν λίγα χρόνια η απάντηση θα ήταν μονολεκτική, ΟΧΙ. Η πιο αξιόπιστη μέθοδος διάγνωσης της ενδομητρίωσης ήταν και είναι η λαπαροσκόπηση. Ομως οι εξαιρετικές πρόοδοι που έχουν συντελεστεί την τελευταία δεκαετία στο πεδίο της γενετικής δίνουν βάσιμες ελπίδες ότι σύντομα θα αποκαλυφθεί η συμβολή της κληρονομικότητας στην εμφάνιση της ενδομητρίωσης. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει στην ανάπτυξη καινούργιων, μη επεμβατικών εξετάσεων, για τη διάγνωση της νόσου. Έτσι θα εξαλειφθούν καθυστερήσεις στη διάγνωση, αχρείαστες χειρουργικές επεμβάσεις και θα προταθούν καινούργιες στοχευμένες θεραπείες. Το όφελος των γυναικών από μία τέτοια επιθυμητή εξέλιξη είναι προφανές.

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin