Breaking News

Η κατάθλιψη στις γυναίκες με ενδομητρίωση σχετίζεται με τον χρόνιο πόνο

Η κατάθλιψη στις γυναίκες με ενδομητρίωση σχετίζεται με τον χρόνιο πόνο

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Καθοριστικός παράγοντας εμφάνισης κατάθλιψης σε ασθενείς με ενδομητρίωση είναι ο χρόνιος πυελικός πόνος, σύμφωνα με νέα ανασκόπηση ερευνών που έχουν γίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι απαραίτητη η ευαισθητοποίηση των ιατρών για τη φύση αυτής της σχέσης (η οποία είναι αναμφισβήτητα πιο πολύπλοκη από μια άμεση σχέση αιτίου-αποτελέσματος) ώστε να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία και να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής των γυναικών που πάσχουν από ενδομητρίωση.

Τα αποτελέσματα της μελέτης με τίτλο “Τα συμπτώματα κατάθλιψης σε γυναίκες με ενδομητρίωση: συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση” δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση American Journal of Obstetrics & Gynecology.

Υπολογίζεται ότι μία στις δέκα γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πάσχουν από ενδομητρίωση, μια χρόνια ασθένεια κατά την οποία το ενδομήτριο αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα.

Η ενδομητρίωση συνδέεται κυρίως με την υπογονιμότητα και τον χρόνιο πυελικό πόνο (πόνο στην κοιλιά, κάτω από τον ομφαλό, έως και τα γεννητικά όργανα), αλλά οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν και πόνο κατά την σεξουαλική επαφή (δυσπαρεύνια), έχουν επώδυνο ή ακανόνιστο εμμηνορρυσιακό κύκλο (δυσμηνόρροια), πόνο στο έντερο, ψυχολογικά θέματα και δυσκολίες να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις.

«Συμπτώματα κατάθλιψης έχουν συχνά οι ασθενείς με χρόνιο πόνο. Η  σχέση λοιπόν μεταξύ ενδομητρίωσης και κατάθλιψης ήταν αναμενόμενη» σύμφωνα με τους ερευνητές.

Σε αυτή την ανασκόπηση, οι ερευνητές είχαν δύο στόχους. Πρώτον, να προσδιορίσουν αν υπάρχει σχέση μεταξύ ενδομητρίωσης και κατάθλιψης. Δεύτερον, να εκτιμηθεί εάν η κατάθλιψη είναι πιο συχνή στις γυναίκες με χρόνιο πυελικό πόνο της ενδομητρίωσης, από ότι στις γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση και δεν έχουν πυελικό πόνο, αλλά και στις γυναίκες που έχουν πυελικό πόνο χωρίς να πάσχουν από ενδομητρίωση.

Μία μετα-ανάλυση από 24 μελέτες στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 99.614 γυναίκες έδειξε ότι εκείνες που έπασχαν από ενδομητρίωση, είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης από εκείνες που δεν έπασχαν από την ασθένεια. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν ακόμη πιο έντονο όταν οι ερευνητές πραγματοποίησαν τον ίδιο τύπο ανάλυσης σε 11 μελέτες (1.070 γυναίκες) συγκρίνοντας υγιείς γυναίκες με εκείνες που πάσχουν από ενδομητρίωση.

Περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση που υπέφεραν από χρόνιο πυελικό πόνο είχαν υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης από εκείνες που δεν πονούσαν.

Δεν διαπιστώθηκαν όμως σημαντικές διαφορές μεταξύ των γυναικών με ενδομητρίωση που είχαν χρόνιο πόνο και εκείνων που είχαν χρόνιο πόνο αλλά δεν έπασχαν από ενδομητρίωση (εξαιτίας κάποιας άλλης πάθησης).

“Τα ευρήματα των πολλαπλών μετα-αναλύσεων μας παρέχουν συγκλίνοντα στοιχεία που μας δείχνουν ότι ο χρόνιος πόνος κι όχι η ενδομητρίωση αυτή καθ’ εαυτή είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας της κατάθλιψης”, σύμφωνα με τους ερευνητές. “Ως εκ τούτου, συνιστάται η ψυχιατρική εκτίμηση για συμπτώματα κατάθλιψης γυναικών που πάσχουν από ενδομητρίωση και κυρίως εκείνων που υποφέρουν από χρόνιο πόνο”.

“Μελέτες που θα γίνουν στο μέλλον για τους παράγοντες που καθορίζουν τη σχέση της ενδομητρίωσης με την κατάθλιψη ελπίζουμε ότι θα δώσουν περισσότερες πληροφορίες για το πώς να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής των γυναικών με ενδομητρίωση οι οποίες υποφέρουν από πυελικό πόνο”, κατέληξαν οι ερευνητές.

 

Η γνώμη μου

 

Στην προσπάθειά μας να παρέχουμε εξατομικευμένη φροντίδα σε ασθενείς με ενδομητρίωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος του χρόνιου πυελικού πόνου στην ποιότητα ζωής τους. Οι ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ψυχολογική υποστήριξη και ενδεχομένως και από τη φαρμακευτική θεραπεία της κατάθλιψης.

 

Μπορείτε να διαβάσετε τα αποτελέσματα της έρευνας εδώ:  https://www.ncbi.nlm.nih.gov/m/pubmed/30419199/

Depression in women with endometriosis linked to chronic pain

Depression in women with endometriosis linked to chronic pain

By I.Soussis MD
The complex relationship between endometriosis and depression in women is largely determined by chronic pelvic pain, a systematic review has found.

According to the researchers, raising awareness among physicians on the nature of this relationship, which “is arguably more complex than a direct cause-effect relationship,” is essential to finding the best course of treatment and improving the quality of life of women with endometriosis.

The review study, “Depressive symptoms among women with endometriosis: a systematic review and meta-analysis,” was published in the American Journal of Obstetrics & Gynecology.

Endometriosis, a chronic disease caused by the abnormal growth of endometrium outside the uterus, is estimated to affect approximately 10 percent of women of reproductive age.

The disorder is mainly associated with infertility and chronic pelvic pain, but patients may also experience painful sexual intercourse (dyspareunia), painful or irregular menstrual cycles (dysmenorrhea), painful bowel movements (dyschezia), psychological issues, and overall low quality of life.

Symptoms of depression are significantly more common among individuals with chronic pain. Therefore, “an association between endometriosis and depression may be reasonably expected,” the researchers say. However, so far, no study explored this potential relationship thoroughly.

In this review study, the authors established two goals: first, to determine if there is a link between endometriosis and depression; and second, to assess whether depression is more common in women with chronic pelvic pain associated with endometriosis than in women with endometriosis but without pelvic pain and women with pelvic pain but without endometriosis.

The review included studies published over the past 30 years focused on comparing the clinical outcomes of women with and without endometriosis, or, among those with endometriosis, women with and without chronic pelvic pain.

A meta-analysis from 24 studies involving a total of 99,614 women revealed that those with endometriosis had significantly higher levels of depression than those not affected by the disease. This effect was even stronger when the researchers performed the same type of analysis on 11 studies (1,070 women) comparing between healthy women and those with endometriosis.

Further analysis showed that women with endometriosis who also experienced chronic pelvic pain had higher levels of depression than those who did not report pain.

However, no significant differences were found between women with endometriosis and chronic pain and those with chronic pain not affected by the disease.

“The findings of our multiple meta-analyses provide converging evidence that chronic pain, rather than endometriosis itself, is the main determinant of depressive symptoms,” the researchers wrote. “Screening for psychiatric symptoms among women with endometriosis has therefore been advocated, and our findings would suggest to particularly direct it to those with chronic pain.”

“Future studies into possible modulators of the association will hopefully provide further insights about how to improve the quality of life of women with endometriosis and/or pelvic pain,” they concluded.

 

My opinion

In our effort to provide personalized care in patients with endometriosis, the impact of chronic pelvic pain on the quality of life should be taken into consideration. Such patients might benefit from psychological assessment and possibly treatment for depression.

Read more:

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/m/pubmed/30419199/

image credit https://www.medicalnewstoday.com/articles/301822.php

Η ενδομητρίωση και ο καρκίνος του ενδομητρίου έχουν κοινά γενετικά αίτια

Η ενδομητρίωση και ο καρκίνος του ενδομητρίου έχουν κοινά γενετικά αίτια

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

H ενδομητρίωση και ο καρκίνος του ενδομητρίου έχουν κοινές μεταλλάξεις των γονιδίων. Μελέτες συσχέτισης με την ανάλυση ολόκληρου του γονιδιώματος διαπίστωσαν ότι πολυμορφισμοί ενός νουκλεοτιδίου (βάση του DNA) σχετίζονται και με τις δύο ασθένειες. 

Η ενδομητρίωση και ο καρκίνος του ενδομητρίου μπορεί να συνδέονται, καθώς τα υψηλότερα επίπεδα οιστρογόνων αυξάνουν τον κίνδυνο και για τις δύο ασθένειες. Ο κίνδυνος μειώνεται και στις δύο περιπτώσεις με αντισυλληπτικά χάπια και ορμονικές θεραπείες.

Επιπλέον, και οι δύο ασθένειες συσχετίζονται με μεγαλύτερο κίνδυνο για ινομυώματα της μήτρας και για καρκίνο των ωοθηκών. Η πιθανότητα σύνδεσης των δύο ασθενειών, αυξάνεται επειδή γενετικές μεταβολές που σχετίζονται με τον καρκίνο (συμπεριλαμβανομένης της γονιδιακής δυσλειτουργίας/απορύθμισης) έχουν αναφερθεί και στην ενδομητρίωση.

Η νέα μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Cancer Medicine.

«Επιδημιολογικές μελέτες έχουν οδηγήσει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα σχετικά με αυτή τη δυνητική συσχέτιση των δύο ασθενειών, τα οποία μπορεί να οφείλονται στα μικρά δείγματα, την έλλειψη διάγνωσης ή τη λανθασμένη διάγνωση της ενδομητρίωσης, καθώς και στην αδυναμία προσαρμογής μεταβλητών όπως η χρήση του αντισυλληπτικού χαπιού», σύμφωνα με τους ερευνητές.

Γι’ αυτό τον λόγο χρησιμοποίησαν ξεχωριστές βάσεις δεδομένων για την ενδομητρίωση και τον καρκίνο του ενδομητρίου ώστε να μελετήσουν κατά πόσον υπάρχουν κοινά γενετικά αίτια των δύο ασθενειών.

Συνδύασαν τις βάσεις δεδομένων σε μια μετα-ανάλυση (μια στατιστική μελέτη που συνδυάζει τα αποτελέσματα διαφόρων μελετών) για να εντοπίσουν αλλαγές σε συγκεκριμένα σημεία των χρωμοσωμάτων, που πιθανώς σχετίζονται με τον κίνδυνο και για τις δύο ασθένειες.

Τα δεδομένα για την ενδομητρίωση περιελάμβαναν 3.194 περιστατικά και 5.330 γυναίκες σε ομάδες ελέγχου, ενώ εκείνα για καρκίνο του ενδομητρίου περιελάμβαναν 2.057 περιστατικά και 3.866 γυναίκες στις ομάδες ελέγχου. 

Τα αποτελέσματα της μετα-ανάλυσης συγκρίθηκαν με εκείνα βάσης δεδομένων που περιελάμβανε 4.402 περιπτώσεις καρκίνου του ενδομητρίου και 28.758 γυναίκες στις ομάδες ελέγχου.

Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι υπάρχει αδύναμη έως μέτρια (αλλά σημαντική) γενετική επικάλυψη μεταξύ των ασθενειών. Οι πλειομορφισμοί των  SNP, που σχετίζονται με τον καρκίνο και την ενδομητρίωση συνδέονται με τη μεταβολή στην έκφραση των γονιδίων και/ή τη μεθυλίωση του DNA, που ρυθμίζει την έκφραση των γονιδίων και στις δύο ασθένειες.

Δεκατρείς διαφορετικές περιοχές του DNA συσχετίστηκαν με τις ασθένειες. Μία περιοχή (SNP rs2475335) που αφορά το γονίδιο PTPRD εμφανίστηκε να συσχετίζεται σημαντικά και με τις δύο ασθένειες. Το PTPRD είναι ένα συνήθως αδρανοποιημένο γονίδιο σε διάφορους τύπους καρκίνου. 

Διαγραφές και μεταλλάξεις σε αυτό το γονίδιο έχουν ανιχνευθεί σε πολυάριθμους τύπους όγκων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του ενδομητρίου. Η πρωτεΐνη PTPRD ρυθμίζει την ενεργοποίηση του STAT3, ενός παράγοντα μεταγραφής (πρωτεΐνες που ελέγχουν την  γονιδιακή έκφραση) που παίζει ρόλο τόσο στην ενδομητρίωση όσο και στον καρκίνο του ενδομητρίου.

Οι άλλοι τόποι κινδύνου περιέχουν υποψήφια γονίδια όπως το SKAP1 (που σχετίζεται με τον καρκίνο των ωοθηκών) τα οποία πιθανώς αποτελούν αίτια και στόχους για τη θεραπεία της ενδομητρίωσης και του καρκίνου του ενδομητρίου, ανέφεραν οι ερευνητές.

“Η γενετική μας μελέτη δείχνει ότι η ενδομητρίωση και ο καρκίνος του ενδομητρίου έχουν μέτρια, αλλά σημαντική, κοινή γενετική αιτιολογία”, ανέφεραν οι ερευνητές. Χρειάζονται τώρα μελέτες για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς αυτές οι μεταλλάξεις επηρεάζουν και τις δύο ασθένειες. 

“Η γενετική ανάλυσή μας, υποστηρίζει τα αποτελέσματα πρόσφατων μεγάλων επιδημιολογικών μελετών που έδειξαν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου σε γυναίκες που είχαν προηγουμένως διαγνωστεί με ενδομητρίωση”, είπαν οι ερευνητές. 

Πηγές / φωτογραφία:

https://endometriosisnews.com/2018/11/13/endometriosis-endometrial-cancer-have-genetic-link-study-reports/?utm_source=END+E-mail+List&utm_campaign=5f76824be2-RSS_MONDAY_EMAIL_CAMPAIGN&utm_medium=email&utm_term=0_5a9732e593-5f76824be2-72512137

https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1002/cam4.1445

 

Endometriosis and endometrial cancer have common genetic causes

Endometriosis and endometrial cancer have common genetic causes

By I. Soussis MD

Both endometriosis and endometrial cancer have a genetic component. Genome-wide association studies (GWAS) identifying single nucleotide polymorphisms (SNPs) -differences in a single DNA building block, called a nucleotide-  associated with either disease.

Endometriosis and endometrial cancer may be linked, as suggested by the fact that higher levels of estrogen increase the risk for both diseases, which, in turn, is lessened with treatments such as contraceptive pills and hormonal therapies.

Moreover, both disorders correlate with greater risk for uterine fibroids and ovarian cancer. Further suggesting the link, cancer-related genetic changes, including dysregulation of genes, have been reported in endometriosis.

The new study, “Genetic overlap between endometriosis and endometrial cancer: evidence from cross‐disease genetic correlation and GWAS meta‐analyses,” appeared in the journal Cancer Medicine.

Epidemiological studies have led to conflicting data regarding this potential association, which may have been due to small sample sizes, underdiagnosis and misdiagnosis of endometriosis, and inability to adjust for variables such as oral contraceptives, the scientists said.

As such, they conducted a GWAS, using separate datasets for endometriosis and endometrial cancer to study the extent of a common genetic cause for both diseases. 

The team subsequently combined the datasets in a meta‐analysis – a statistical study that combines the results of various studies — to find genetic loci, or specific spots in chromosomes, potentially associated with risk for both disorders.

In total, the datasets for endometriosis included 3,194 cases and 5,330 controls, while those for endometrial cancer had 2,057 cases and 3,866 controls. Results of the meta‐analysis were compared with those from a dataset including 4,402 endometrial cancer cases and 28,758 controls.

The results revealed the presence of weak to moderate, but significant, genetic overlap between the  diseases, as well as significant SNP pleiotropy, which refers to disease-associated SNPs correlating with variation in gene expression and/or DNA methylation -the addition of a methyl chemical group to DNA, regulating gene expression- in both disorders.

Thirteen distinct loci were associated with the diseases, with one locus -SNP rs2475335- located within the PTPRD gene, associated at a significant level. PTPRD is a commonly inactivated gene across different types of cancer. Deletions and mutations in this gene have been detected in numerous tumor types, including endometrial cancer. The PTPRD protein regulates the activation of STAT3, a transcription factor -proteins that control gene expression- previously implicated in both endometriosis and endometrial cancer.

The other identified risk loci contain candidate genes such as SKAP1, associated with ovarian cancer, potentially relevant as causes and/or treatment targets of endometriosis and endometrial cancer, the investigators said.

“Our genetic study indicates that endometriosis and endometrial cancer have a moderate, but significant, shared genetic etiology,” the researchers said. Studies are now needed to better understand how the identified risk loci affect both diseases, the team stated.

“Our genetic correlation analysis supports recent large epidemiological studies indicating an increased risk of endometrial cancer in women previously diagnosed with endometriosis,” according to the researchers.

Sources/image credit:

https://endometriosisnews.com/2018/11/13/endometriosis-endometrial-cancer-have-genetic-link-study-reports/?utm_source=END+E-mail+List&utm_campaign=5f76824be2-RSS_MONDAY_EMAIL_CAMPAIGN&utm_medium=email&utm_term=0_5a9732e593-5f76824be2-72512137

https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1002/cam4.1445

 

Από ενδομητρίωση πάσχουν οι γυναίκες και στην εφηβεία

Από ενδομητρίωση πάσχουν οι γυναίκες και στην εφηβεία

Άρθρο του Ι.Σούση,

Η ενδομητρίωση θεωρείται μία ασθένεια των ενήλικων γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Μία ανασκόπηση διεθνούς επιστημονικής ομάδας όμως, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Best Practice & Research Clinical Obstetrics and Gynecology αναδεικνύει ότι μπορεί να πάσχουν και οι έφηβες γυναίκες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, πολλές γυναίκες μπορεί να παρουσιάσουν τα πρώτα συμπτώματα στα εφηβικά τους χρόνια, αλλά είναι πιθανό να μην αναγνωριστούν ως ενδείξεις ενδομητρίωσης για πολλά χρόνια.

Οι παράγοντες κινδύνου για εκδήλωση ενδομητρίωσης σε έφηβες και νεαρές γυναίκες περιλαμβάνουν:

  • συγγενείς ανωμαλίες του πόρου του Müller, από τον οποίο σχηματίζεται το γεννητικό σύστημα της γυναίκας
  • συγγενής πρώτου βαθμού που πάσχει από ενδομητρίωση (περίπου το 50% του κινδύνου εμφάνισης της νόσου)
  • πρώιμη εμφάνιση εμμήνου ρήσεως
  • παρατεταμένη εμμηνόρροια (> 5 ημέρες)
  • μικρής διάρκειας κύκλος (<28 ημέρες)
  • δυσμηνόρροια από νεαρή ηλικία

Μελέτες έχουν επίσης δείξει ότι το παθητικό κάπνισμα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και τα αυξημένα επίπεδα 2,4-διϋδροξυβενζοφαινόνης (που υπάρχει σε αντηλιακά) συνδέονται με την εμφάνιση ενδομητρίωσης.

Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι ο πρόωρος τοκετός, ο χαμηλός δείκτης μάζας σώματος, η ακμή και η αυξημένη κατανάλωση καφεΐνης ή αλκοόλ.

Η κατανάλωση βρεφικού γάλακτος σόγιας έχει παρατηρηθεί ότι διπλασιάζει τον κίνδυνο ενδομητρίωσης σε σύγκριση με τον κίνδυνο που διατρέχουν οι γυναίκες, οι οποίες δεν είχαν εκτεθεί σε διατροφικές ισοφλαβόνες σόγιας όταν ήταν βρέφη, ανέφεραν οι συγγραφείς.

Δυνητικοί παράγοντες προστασίας, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι:

  • χρήση αντισυλληπτικών χαπιών
  • τακτική άσκηση
  • εμφάνιση εμμήνου ρήσεως μετά την ηλικία των 14 ετών
  • αυξημένη πρόσληψη ωμέγα-3 λιπαρών οξέων

Συμπτώματα στις έφηβες:

Στη λαπαρασκόπηση, οι εστίες της ενδομητρίωσης έχουν συχνά διαφορετική εμφάνιση στις έφηβες σε σχέση με τις ενήλικες γυναίκες. Στις έφηβες έχουμε κυρίως εστίες ενδομητρίωσης στις ωοθήκες και εν τω βάθει, ενώ στις ενήλικες γυναίκες εντοπίζονται εστίες καφέ χρώματος ή και πιο σκούρου.

Η ενδομητρίωση των ωοθηκών είναι συνήθως γεμάτη με ένα υλικό που θυμίζει σιρόπι σοκολάτας και περιβάλλεται από διπλό ωοθηκικό παρέγχυμα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, έχουν ινώδη τοιχώματα, συμφύσεις στην επιφάνεια και περιέχουν ενδομητρικό επιθήλιο, στρώμα και αδένες. Συνήθως είναι εμφανείς στο ορθοκολπικό διάφραγμα, στο ορθό, στην ορθοσιγμοειδική του παχέος εντέρου, στην ουροδόχο κύστη, στον ουρητήρα, στους συνδέσμους της μήτρας και στον κόλπο.

Όπως και στις ενήλικες γυναίκες, έτσι και στις έφηβες οι βλάβες αξιολογούνται από Στάδιο 1 (αρχή της ασθένειας) έως Στάδιο 4 (προχωρημένο στάδιο της ασθένειας). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το μέγεθος, τη θέση, την εμφάνιση και την έκταση των εστιών ενδομητρίωσης.

Διαφορική διάκριση πρωτογενούς δυσμηνόρροιας και ενδομητρίωσης:

Πολλές έφηβες παρουσιάζουν δυσμηνόρροια και με βάση τα νέα στοιχεία για την ενδομητρίωση σε έφηβες γυναίκες, θα πρέπει να αξιολογούνται προκειμένου να αποκλειστεί η πιθανότητα ενδομητρίωσης.

Στις έφηβες με ενδομητρίωση, η δυσμηνόρροια είναι συνήθως το πρώτο σύμπτωμα της νόσου και γίνεται με τον καιρό όλο και πιο σοβαρή. Ο πόνος μπορεί να εμφανίζεται μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζεται σε όλη τη διάρκεια του κύκλου. Επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής, δημιουργώντας προβλήματα στη φοίτηση στο σχολείο, στις κοινωνικές δραστηριότητες και στην άσκηση. Οι έφηβες που έχουν σεξουαλική δραστηριότητα συχνά αναφέρουν δυσπαρευνία (πόνο κατά την επαφή) και γαστρεντερικά προβλήματα.

Η κλινική διάγνωση μπορεί να επαληθευθεί με πυελικό υπερηχογράφημα και μαγνητική τομογραφία, αλλά η λαπαροσκόπηση παραμένει ο μόνος τρόπος για την αξιόπιστη διάγνωση της ενδομητρίωσης.

Η ενδομητρίωση αντιμετωπίζεται συνήθως με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (παυσίπονα), αντισυλληπτικά χάπια και αντισυλληπτικά που περιέχουν αποκλειστικά προγεστερόνη. Η λαπαροσκόπηση και η χειρουργική επέμβαση μπορεί να αποτελέσουν μια από τις επιλογές στις εφήβους με ενδομητρίωση, που δεν ανταποκρίνονται στις φαρμακευτικές αγωγές.

Πηγές:

http://www.contemporaryobgyn.net/endometriosis/endometriosis-can-affect-adolescents-well-adult-women?rememberme=1&elq_mid=4261&elq_cid=607376

https://www.researchgate.net/publication/323269268_A_focus_on_the_distinctions_and_current_evidence_of_endometriosis_in_adolescents

 

 

 

 

Endometriosis can also affect adolescents

Endometriosis can also affect adolescents

By I.Soussis MD

Although endometriosis is commonly characterized as a disease affecting adult women of reproductive age, a review article compiled by an international panel of experts and published in Best Practice & Research Clinical Obstetrics and Gynaecology highlighted that it can also affect adolescents and younger women.

In addition, the authors reported that many women may experience their first symptoms in their teen years, but that they may not be recognized as indicative of endometriosis until later in their lives.

Risk factors for endometriosis in adolescents and young women include:

  • congenital abnormalities of the Müllerian duct  (due to increased incidents of retrograde menstruation),
  • first-degree relative with endometriosis, which accounts for approximately 50% of the risk for developing the disease,
  • early onset of menses,
  • prolonged menstruation (> 5 days),
  • short menstrual cycle interval (< 28 days), and
  • early-onset dysmenorrhea.

Studies have also reported associations between endometriosis and exposure to passive smoke during childhood and elevated levels of 2,4-dihydroxybenzophenone (found in sunscreens).

Other risk factors include premature birth, low body mass index, high caffeine or alcohol intake, and acne.

Consumption of soy formula as an infant has been observed to double the risk of endometriosis compared to that in women who were not exposed to dietary soy isoflavones as infants, reported the authors.

Potential protective factors identified:

  • use of oral contraceptives (OCs)
  • regular exercise
  • onset of menses after age 14
  • increased intake of omega-3 fatty acids

Black and Hispanic race compared to white or Asian race may also offer some degree of protection.

Symptoms and signs in adolescents:

Endometriosis lesions often have a different appearance in adolescents than in adults when visualized on laparoscopy: ovarian endometriomas and deep endometrial lesions are more the norm compared to powder-burn lesions seen in adult women.

Ovarian endometriomas are typically filled with “syrup-like chocolate material” and are surrounded by duplicated ovarian parenchyma. They have fibrotic walls and adhesions on the surface, according to the authors and are lined by endometrial epithelium, stroma, and glands. They are typically visualized in the rectovaginal septum, rectum, rectosigmoid colon, bladder, ureter, uterine ligaments, and vagina.

As in adults, the lesions should be staged from minimal disease (Stage 1) to severe disease (Stage 4), based on their size, location, and the types seen, and the extent of adhesions.

Distinguishing primary dysmenorrhea from endometriosis:

Many teens present with dysmenorrhea, which in light of the new information about the development of endometriosis in adolescents and young women should be evaluated to rule out endometriosis.

In adolescents with endometriosis, dysmenorrhea tends to be the first symptom of the disease and increases in severity over time. The pain is both cyclic and acyclic and interferes with school attendance, social activities, and exercise. Teens who are sexually active often report dyspareunia and gastrointestinal distress.

The clinical diagnosis can be verified with pelvic ultrasound and magnetic resonance imaging (MRI), but laparoscopy is the only way to obtain a definitive diagnosis.

The disease is unlikely to resolve spontaneously and is typically treated with nonsteroidal anti-inflammatory drugs, oral contraceptives, and progestin-only contraceptives. Laparoscopy and surgery may be an option for adolescents who fail to respond to medical therapy.

Source/image credit:

http://www.contemporaryobgyn.net/endometriosis/endometriosis-can-affect-adolescents-well-adult-women

 

Μπορεί η ιατρική κάνναβη να αντιμετωπίσει την ενδομητρίωση;

Μπορεί η ιατρική κάνναβη να αντιμετωπίσει την ενδομητρίωση;

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Μελέτες δείχνουν ότι η ιατρική κάνναβη έχει θετική επίδραση στα συμπτώματα της ενδομητρίωσης και μπορεί ακόμη και να σταματήσει την εξέλιξή της, σύμφωνα με τον Moshe Hod, καθηγητή μαιευτικής και γυναικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ και πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Περιγεννητικής Ιατρικής. Ο Moshe Hod είναι επίσης επικεφαλής της Gynica, μίας νεοσύστατης ισραηλινής εταιρίας, η οποία ειδικεύεται σε θεραπείες γυναικολογικών ασθενειών που βασίζονται στην ιατρική κάνναβη.

Σύμφωνα με τη Gynica, το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα περιέχει τους περισσότερους ενδοκανναβινοειδείς υποδοχείς στο ανθρώπινο σώμα, μετά τον εγκέφαλο.

Η Gynica είναι η πρώτη εταιρεία που θα κάνει έρευνα με στόχο ανάπτυξη θεραπείας στο νεοϊδρυθέν εργαστήριο Lumir Lab.

Το Ισραήλ ενισχύει τη φήμη του ως παγκόσμιου ηγέτη στην έρευνα για την ιατρική κάνναβη με την ίδρυση του εργαστηρίου Lumir Lab (εργαστήριο έρευνας για τα κανναβινοειδή) στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τα κανναβινοειδή αποτελούν δραστικά συστατικά που συναντώνται μόνο στο φυτό της κάνναβης.

Επικεφαλής του νέου εργαστηρίου είναι ο Τσέχος αναλυτικός χημικός Lumír Ondřej Hanuš, ένας από τους κορυφαίους ερευνητές κανναβινοειδών παγκοσμίως.

Η Gynica και το Lumir Lab θα συνεργαστούν με στόχο μία θεραπεία για την ενδομητρίωση, μία συνηθισμένη γυναικολογική πάθηση, στην οποία το ενδομήτριο αναπτύσσεται σε άλλα όργανα (όπως οι ωοθήκες και οι σάλπιγγες) και μεταξύ των συμπτωμάτων της είναι ο πολύ έντονος πόνος.

Καθώς δεν είναι σαφής ο μηχανισμός του πόνου στην ενδομητρίωση, η αντιμετώπισή του είναι δύσκολη χωρίς τη χορήγηση ορμονών ή χωρίς  χειρουργική επέμβαση.

Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι:

  • οι αισθητήριες και συμπαθητικές νευρικές ίνες αναπτύσσουν διακλαδώσεις και φθάνουν ως τον ιστό του ενδομητρίου που έχει αναπτυχθεί σε άλλα όργανα
  • το ενδοκανναβινοειδές σύστημα εμπλέκεται στη λειτουργία, αλλά και στη δυσλειτουργία της μήτρας
  • εξωγενή κανναβινοειδή είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την ανακούφιση του πόνου που συνδέεται με την ενδομητρίωση

Τα παραπάνω δείχνουν ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα παίζει ρόλο τόσο στην ενδομητρίωση όσο και στον πόνο που προκαλεί η ασθένεια αυτή.

Περίπου 180 εκατομμύρια γυναίκες πάσχουν από ενδομητρίωση παγκοσμίως.

“Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς δράσης και να εντοπίσουμε ποια ενεργά κανναβινοειδή αποτρέπουν την υποτροπή της ενδομητρίωσης και μειώνουν τον πόνο χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στον κύκλο της ωορρηξίας”, είπε ο καθηγητής Moshe Hod.

“Επί του παρόντος, η μεγάλη πλειοψηφία των προϊόντων κάνναβης δεν έχει επιστημονική βάση, εμποδίζοντας την ιατρική κοινότητα να υποστηρίζει τη νομιμότητα των θεραπειών που βασίζονται στην κάνναβη”, δήλωσε ο Hod. “Στόχος μας είναι να παρέχουμε εργαλεία και λύσεις που δεν υπάρχουν μέχρι τώρα”.

Το Ισραήλ έχει ένα από τα πιο προοδευτικά ρυθμιστικά πλαίσια παγκοσμίως για την ιατρική κάνναβη.

 

Πηγές: https://www.israel21c.org/endometriosis-latest-target-for-medical-cannabis-research/

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2972363/

Φωτογραφία: https://www.health.harvard.edu/diseases-and-conditions/endometriosis2

Is medical cannabis effective as a treatment for endometriosis?

Is medical cannabis effective as a treatment for endometriosis?

By. I.Soussis MD

Studies show that medical cannabis has a positive effect on symptoms of endometriosis and may even stop its proliferation, according to Moshe Hod, a Tel Aviv University medical school professor of obstetrics and gynecology and president of the European Association of Perinatal Medicine. Moshe Hod is also head of Gynica, an Israeli startup specializing in cannabis-based solutions in the field of women’s health.

According to Gynica, the female reproductive system contains the most endocannabinoid receptors in the human body, after the brain.

Gynica is the first company that will carry out research and development at the newly licensed Lumir Lab.

Israel is extending its reputation as a world leader in medical cannabis research with the establishment of Lumir Lab (a cannabinoid research lab) at the campus of the Hebrew University of Jerusalem. Cannabinoids is one of the active ingredients unique to the cannabis plant.

The lab is headed by Czech analytic chemist Lumír Ondřej Hanuš, one of the world’s leading cannabinoids researchers.

Gynica and the Lumir Lab will collaborate on a treatment for endometriosis, a disease common in women that is defined by abnormal extrauteral growths of uterine endometrial tissue and associated with severe pain. Partly because how the abnormal growths become associated with pain is poorly understood, the pain is difficult to alleviate without resorting to hormones or surgery.

Recent studies showed that sensory and sympathetic nerve fibers sprout branches to innervate the abnormal growths. This situation, together with the knowledge that the endocannabinoid system is involved in uterine function and dysfunction and that exogenous cannabinoids were once used to alleviate endometriosis-associated pain, suggests that the endocannabinoid system is involved in both endometriosis and its associated pain.

Approximately 180 million women suffer from endometriosis worldwide.

“More research is needed in order to understand the mechanisms of action and identify which active cannabinoids most effectively eliminate endometriotic lesions, prevent recurrence and reduce pain with no negative impact on the ovulation cycle” professor Moshe Hod said.

“Currently, the vast majority of the cannabis products available in various markets have no scientific basis, which prevents the medical community from supporting the legitimacy of treatments based on cannabis,” said Hod. “We aim to provide tools and solutions that are not currently available.”

Israel has one of the world’s most progressive regulatory frameworks for medical cannabis.

Sources:

https://www.israel21c.org/endometriosis-latest-target-for-medical-cannabis-research/

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2972363/

Image credit: https://www.health.harvard.edu/diseases-and-conditions/endometriosis2

 

Η χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης στο παχύ έντερο βελτιώνει τη γονιμότητα

Η χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης στο παχύ έντερο βελτιώνει τη γονιμότητα

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Η χειρουργική επέμβαση σε γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση στο παχύ έντερο αυξάνει σημαντικά τη γονιμότητα μετεγχειρητικά, σύμφωνα με τα αποτελέσματα δευτερογενούς ανάλυσης των αποτελεσμάτων μελέτης Γάλλων ερευνητών.

Η μελέτη είναι μία από τις πρώτες που αξιολογούν την επίδραση της χειρουργικής επέμβασης στα ποσοστά εγκυμοσύνης στις γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση στο παχύ έντερο.

Η συνιστώμενη πρώτης γραμμής στρατηγική για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων υπογονιμότητας που οφείλονται σε ενδομητρίωση είναι η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Αποτελεί όμως αντικείμενο αντιπαράθεσης στην γυναικολογική κοινότητα καθώς δεν υπάρχουν πολλά και αξιόπιστα στοιχεία ώστε να συγκριθεί με τη χειρουργική αντιμετώπιση.

Η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE) έχει ανακοινώσει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν πως η χειρουργική αντιμετώπιση της εν τω βάθει ενδομητρίωσης πριν την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή  θα βελτίωνε τα ποσοστά επίτευξης εγκυμοσύνης.

Στην παρούσα μελέτη αναλύθηκαν τα δεδομένα 55 γυναικών από την τυχαιοποιημένη δοκιμασία ENDORE («Λειτουργικά Αποτελέσματα της Χειρουργικής Διαχείρισης της εν τω Βάθει Ενδομητρίωσης που Εισχωρεί στον Ορθό) που διεξήχθη μεταξύ του Μαρτίου 2011 και του Αυγούστου 2013 και οι οποίες ήθελαν να μείνουν έγκυοι.

Το ENDORE ήταν μία έρευνα σχεδιασμένη έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν η συντηρητική αφαίρεση των εστιών ενδομητρίωσης από το έντερο ήταν πιο αποτελεσματική από την τμηματική εκτομή του εντέρου σε γυναίκες με ενδομητρίωση του παχέος εντέρου.

Όλες οι γυναίκες είχαν εν τω βάθει ενδομητρίωση, που επεκτείνετο στο ορθό έντερο και ήταν σε απόσταση έως 15 εκατοστών από τον πρωκτό με εστίες που είχαν μέγεθος μεγαλύτερο από 20 χιλιοστά. Οι εστίες ενδομητρίωσης επεκτείνοντο τουλάχιστον στο μυϊκό στρώμα σε βάθος και μέχρι το ήμισυ της περιφέρειας του ορθού.

Είκοσι πέντε γυναίκες υποβλήθηκαν σε συντηρητική χειρουργική επέμβαση (ξυρίσματος ή εκτομή της εστίας ενδομητρίωσης) και 30 έκαναν ριζική χειρουργική αφαίρεσης του τμήματος του ορθού που έπασχε από ενδομητρίωση. Όλες οι χειρουργικές επεμβάσεις έγιναν από τον ίδιο γυναικολόγο. Οι γυναίκες παρακολουθήθηκαν για 50 έως 79 μήνες.

Από τις 36 ασθενείς που ήθελαν να μείνουν έγκυοι μετά από χειρουργική επέμβαση, 23 (63%) είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς πριν από τη χειρουργική επέμβαση για περισσότερο από έναν χρόνο (η υπογόνιμη ομάδα). Μετά τη χειρουργική επέμβαση, 29 από τις 36 ασθενείς έμειναν έγκυοι (81%), ενώ κάποιες είχαν περισσότερες από μία εγκυμοσύνη (συνολικά 37 εγκυμοσύνες). Οι πιθανότητες μετεγχειρητικής σύλληψης βελτιώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.

Πιθανότητες Εγκυμοσύνης Μετεγχειρητικά

 

Στους 12 μήνες Στους 24 μήνες Στους 36 μήνες Στους 48 μήνες
33.4%(95% CI: 20.6-51.3%) 60.6%(95% CI: 44.8-76.8%) 77%(95% CI: 61.5-89.6%) 86.8%(95% CI: 72.8-95.8%)

 

Συνολικά, 17 γυναίκες έμειναν έγκυοι με φυσικό τρόπο και 12 χρησιμοποίησαν κάποια τεχνική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (εξωσωματική γονιμοποίηση, ενδομήτρια σπερματέγχυση ή δωρεά ωαρίων).

Εξετάζοντας τις 23 υπογόνιμες γυναίκες, τα τρία τέταρτα (17) μπόρεσαν να συλλάβουν και οι μισές κυήσεις ήταν φυσιολογικές (χωρίς κάποια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής).

Συνολικά, 24 από τις 37 εγκυμοσύνες ήταν αποτέλεσμα φυσιολογικής  σύλληψης. Οι γυναίκες που οι γιατροί τους συνέστησαν να προσπαθήσουν να συλλάβουν με φυσιολογικό τρόπο, έμειναν έγκυοι πολύ νωρίτερα από εκείνες που χρησιμοποίησαν κάποια τεχνική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Το δείγμα της μελέτης ήταν μικρό. Παρόλα ταύτα, τα ευρήματα είναι σημαντικά και θα αποτελέσουν ενδιαφέρουσα  βάση για μελλοντικές μελέτες.

Η μελέτη αυτή έδειξε ότι σε γυναίκες που είναι υπογόνιμες λόγω εν τω βάθει ενδομητρίωσης του παχέος εντέρου, η ικανότητα να συλλάβουν φυσιολογικά αποκαθίσταται με χειρουργική επέμβαση.

Η βελτίωση της γονιμότητας των γυναικών αυτών μπορεί να οφείλεται στην αντιμετώπιση της δυσπαρεύνιας (έντονου πόνου κατά την επαφή) με αποτέλεσμα την αύξηση των σεξουαλικών επαφών και κατά συνέπεια την αυξημένη πιθανότητα σύλληψης.

Οι συγγραφείς δεν συνιστούν την χειρουργική επέμβαση ως πρώτη θεραπεία της υπογονιμότητας σε γυναίκες με τω εν τω βάθει ενδομητρίωση του παχέος εντέρου, καθώς χρειάζεται να γίνουν περισσότερες μελέτες. Αντίθετα, πρότειναν μία ισορροπημένη ενημέρωση των ασθενών για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο επιλογών (χειρουργείο ή εξωσωματική γονιμοποίηση) ώστε οι ασθενείς να μπορούν να συμμετέχουν στην απόφαση της θεραπείας τους.

Διαβάστε περισσότερα:

https://academic.oup.com/humrep/article/33/9/1669/5059386?searchresult=1

Πηγή: http://www.contemporaryobgyn.net/endometriosis/does-surgery-improve-pregnancy-odds-women-colorectal-endometriosis?rememberme=1&elq_mid=3948&elq_cid=550575&GUID=337689F9-99FE-489C-A600-B32594ED6E4B

Φυσική Σύλληψη Σε Γυναίκες Με Εν Τω Βάθει Ενδομητρίωση (Έντερο, Ορθό) ESHRE 2015

Άρθρο του Ι.Σούση

Πόσο καλά είναι τα ποσοστά αυτόματων συλλήψεων και κυήσεων σε γυναίκες με ενδομητρίωση στο έντερο και στο ορθό που δεν έχουν χειρουργηθεί;

Στο ερώτημα αυτό επιχείρησαν να απαντήσουν ο Erasmo και οι συνεργάτες του σπό τη Τζένοα της Ιταλίας. Τα αποτελέσματα της μελέτης τους παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της ESHRE 2015 στη Λισσαβώνα.

Η μελέτη περιέλαβε 55 ασθενείς με ενδομητρίωση στο έντερο και το ορθό που ήθελαν να μείνουν έγκυες, από το 2009 μέχρι και το 2014. Οι σύντροφοι τους είχαν σπέρμα με φυσιολογικά χαρακτηριστικά. Όσες ασθενείς είχαν στένωση του εντέρου >60% ή είχαν προηγουμένη επέμβαση για ενδομητρίωση αποκλείστηκαν από την μελέτη.

Αποτελέσματα:

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 33 έτη. Φυσική σύλληψη συνέβη σε 17 ασθενείς (30,9%). Ο μέσος χρόνος που χρειάστηκε για να συλλάβουν ήταν 9 μήνες (2-32).

Δώδεκα ασθενείς συνέλαβαν με σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση (21,8%) και κατά μέσον όρο χρειάστηκαν 21 μήνες (2-54).

Μετά την πρώτη εγκυμοσύνη, 3 ασθενείς από τις 7 που προσπάθησαν να μείνουν έγκυες, συνέλαβαν φυσιολογικά για δεύτερη φορά.

Τα συνολικά ποσοστά κυήσεων στον υπό μελέτη πληθυσμό ήταν 52,7% (29/55 γυναίκες) με μέσο χρόνο παρακολούθησης τους 21,5 μήνες (2-54).

Συμπέρασμα:

Οι μισές τουλάχιστον γυναίκες (50%) με εν τω βάθει ενδομητρίωση, μπορούν να συλλάβουν αυτόματα ή μετά από σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση, χωρίς να χρειαστεί να χειρουργηθούν για την αφαίρεση της ενδομητρίωσης.

P-323. Fertility in patients with untreated colorectal endometriosis, L. Erasmo et al. ESHRE 2015

 

 

 

 

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin