Οι γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση και έχουν χαμηλότερο από το κανονικό βάρος, φάνηκε πως κινδυνεύουν περισσότερο να γεννήσουν πρόωρα μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση, σε σύγκριση με γυναίκες που είναι μεν πολύ αδύνατες, αλλά δεν πάσχουν από ενδομητρίωση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Reproductive BioMedicine Online.

Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) που είχε η μητέρα πριν μείνει έγκυος με το αποτέλεσμα του τοκετού, σε γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση και έκαναν εξωσωματική γονιμοποίηση. Δεν διαπίστωσαν ανάλογες διαφορές σε άλλες κατηγορίες ΔΜΣ.

Η αναδρομική έρευνα, που έγινε στην Κίνα, περιέλαβε 7.086 γυναίκες, οι οποίες γέννησαν ένα μωρό μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση, από το 2006 μέχρι το 2017 στο Τμήμα Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής του Ένατου Νοσοκομείου της Σαγκάης.

Στην έρευνα 1.111 γυναίκες είχε διαπιστωθεί λαπαροσκοπικά ότι πάσχουν από ενδομητρίωση. Το 45% αυτών έπασχαν από ενδομητρίωση στις ωοθήκες και το 55% από πυελική ενδομητρίωση. Ο λόγος που έκαναν εξωσωματική γονιμοποίηση, ήταν η ενδομητρίωση στο 74% της ομάδας των γυναικών που έπασχαν από ενδομητρίωση, ενώ στο υπόλοιπο 26% των γυναικών υπήρχε και ανδρικός παράγοντας στην υπογονιμότητα.

Στην ομάδα ελέγχου των 5.975 γυναικών χωρίς ενδομητρίωση, στο 77% η ένδειξη (indication) για εξωσωματική γονιμοποίηση ήταν η υπογονιμότητα λόγω σαλπιγγικού παράγοντα και στο 23% ο ανδρικός παράγων.

Τόσο οι γυναίκες που έπασχαν από ενδομητρίωση, όσο κι εκείνες που δεν έπασχαν, εντάχθηκαν σε τρεις ομάδες ανάλογα με τον Δείκτη Μάζας Σώματος: ελλιποβαρείς (<18,5 kg / m2), κανονικό βάρος (18,5 έως 24,9 kg / m2) και υπέρβαρες / παχύσαρκες (≥ 25 kg / m2).

Όλες οι γυναίκες έκαναν εμβρυομεταφορά κρυοσυντηρημένων εμβρύων, τα οποία μεταφέρθηκαν σε μία πιο φυσιολογική μήτρα, από ό,τι θα συνέβαινε εάν είχε γίνει εμβρυομεταφορά φρέσκων μετά από τη διέγερση των ωοθηκών. Το γεγονός αυτό έδωσε στους ερευνητές τη δυνατότητα να προσδιορίσουν με ακρίβεια τον ρόλο της ενδομητρίωσης στις γεννήσεις που ακολούθησαν.

Φάνηκε πως οι οι γυναίκες που είχαν χαμηλότερο από το φυσιολογικό βάρος και έπασχαν από ενδομητρίωση, είχαν μεγαλύτερα ποσοστά πρόωρου τοκετού (πριν από την 37η εβδομάδα της κύησης) σε σύγκριση με τις πολύ αδύνατες γυναίκες που δεν έπασχαν από ενδομητρίωση: 14,61% σε σχέση με 3,28%.

Οι γυναίκες που έπασχαν από ενδομητρίωση, αλλά είχαν είτε φυσιολογικό βάρος είτε ήταν υπέρβαρες/παχύσαρκες, είχαν σχεδόν τα ίδια ποσοστά με τις γυναίκες που δεν πάσχουν από ενδομητρίωση.

Σύμφωνα με τους ερευνητές μια πιθανή εξήγηση για το γεγονός ότι η ενδομητρίωση οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά πρόωρων τοκετών μόνο στις πολύ αδύνατες γυναίκες, είναι η διαφορά στη συγκέντρωση λεπτίνης.

“Η λεπτίνη, μία ορμόνη που παράγεται από τον λιπώδη ιστό, ευθύνεται για τη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων και μπορεί να μειώσει τη σωματική μάζα μειώνοντας την πρόσληψη τροφής και διεγείροντας την κατανάλωση ενέργειας”, εξηγούν οι ερευνητές.

Η λεπτίνη μπορεί επίσης να επηρεάσει τη δημιουργία εστιών ενδομητρίωσης μέσω διαφορετικών οδών και συνδέεται με τη φλεγμονή στην ενδομητρίωση.

Είναι γνωστό ότι η φλεγμονή συνδέεται με τους μηχανισμούς που είναι υπεύθυνοι για τον τελειόμηνο και τον πρόωρο τοκετό”, τονίζουν οι Κινέζοι ερευνητές.

Ένας άλλος λόγος που ο ΔΜΣ συνδέεται με τον πρόωρο τοκετό είναι η γενετική. Οι γενετικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον ΔΜΣ, μπορεί να συνδέονται με την ανάπτυξη της ενδομητρίωσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό.

Μπορείτε να βρείτε ποιος είναι ο δικός σας δείκτης μάζας σώματος εδώ: http://www.endometriosis-gr.eu/

Διαβάστε περισσότερα: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32171707/