Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Σε σπάνιες περιπτώσεις η ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί ή να επανέλθει μετά την εμμηνόπαυση. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γιατροί ότι αν μία γυναίκα με ενδομητρίωση έχει έντονο πυελικό πόνο ή βαριά αιμορραγία δεν θα πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος να έχει εξελιχθεί η ασθένεια σε καρκίνο, σύμφωνα με άρθρο μαιευτήρων-γυναικολόγων στην επιστημονική επιθεώρηση Hormone Molecular Biology and Clinical Investigation.

Οι ερευνητές εφιστούν επίσης την προσοχή σε ένα σημαντικό δίλημμα: πρέπει ένας γιατρός να δίνει θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) σε μια γυναίκα με ενδομητρίωση που εμφανίζει συμπτώματα εμμηνόπαυσης, δεδομένου ότι αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο να επανέλθει η ενδομητρίωση ή να εξελιχθεί σε καρκίνο;

“Η μετεμμηνοπαυσιακή ενδομητρίωση είναι σπάνια, αλλά είναι μια πραγματικότητα”, ανέφεραν οι συγγραφείς.

Η ενδομητρίωση είναι μία ασθένεια που εξαρτάται από τα οιστρογόνα και εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και τα συμπτώματά της υποχωρούν ή εξαφανίζονται όταν ξεκινά η εμμηνόπαυση.

Υπάρχουν όμως αρκετές αναφορές περιστατικών που αποδεικνύουν ότι η ασθένεια μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και στην εμμηνόπαυση, χωρίς να έχει η γυναίκα περίοδο ή υψηλά επίπεδα οιστρογόνων. Κατά την εμμηνόπαυση, η δραστηριότητα των ωοθηκών μειώνεται δραστικά και έτσι δεν εκκρίνουν πλέον τόσες ορμόνες.

Το γεγονός ότι η ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί υπό αυτές τις συνθήκες θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεωρία του Sampson ότι η παλίνδρομη εμμηνόρροια είναι η αιτία της νόσου και αναδεικνύει άλλους μηχανισμούς, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Δεν είναι σαφές εάν η ενδομητρίωση επιμένει μετά την εμμηνόπαυση προερχόμενη από μια προϋπάρχουσα ασθένεια ή ακόμα αν μπορεί να αναπτυχθεί για πρώτη φορά μετά την εμμηνόπαυση.

Σε κάθε περίπτωση, οι ερευνητές αναφέρουν αρκετές πηγές οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες μπορεί να αποτελούν παράγοντες κινδύνου για ενδομητρίωση: η παχυσαρκία, η πρόσληψη φυτικών οιστρογόνων (φυτοοιστρογόνα), ηχρήση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης ή ταμοξιφαίνης και η παραγωγή οιστρογόνων από τις ίδιες τις εστίες της ενδομητρίωσης.

Το tamoxifen, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τον καρκίνο του μαστού και δρα ως αντι-οιστρογόνο στον μαστικό ιστό. Μπορεί όμως να επηρεάσει τον μεταβολισμό τηςχοληστερόλης προς την παραγωγή οιστρογόνων. Επίσης ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στο ενδομήτριο.

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, περιέχει οιστρογόνα.

Άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο είναι το άγχος, οι γενετικοί παράγοντες, ο υποθυρεοειδισμός ή η λήψη λιπαρών οξέων (ακόρεστα ωμέγα 3).

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ότι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου στις περιπτώσεις εκείνες που κατά την χειρουργική επέμβαση δεν κατέστη δυνατόν να αφαιρεθούν όλες οι εστίες της ενδομητρίωσης.

Είναι απαραίτητο λοιπόν πριν χορηγηθεί θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης να σταθμίζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη, αλλά και να λαμβάνεται υπόψιν ο κίνδυνος εξέλιξης της ασθένειας σε καρκίνο με ή χωρίς θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

Η ενδομητρίωση είναι μια καλοήθης ασθένεια, αλλά περίπου το 1% των περιπτώσεων εκτιμάται ότι εξελίσσεται σε καρκίνο, συνήθως στην ωοθήκη, αλλά ακόμα και στο έντερο και στον πνεύμονα.

Οι κλινικοί γιατροί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί εάν μια γυναίκα αναφέρει πυελικό πόνο – δυσμηνόρροια, δυσπαρευνία ή χρόνιο πυελικό άλγος – και βαριά αιμορραγία. Η διάγνωση μπορεί να γίνει μέσω του ιστορικού του ασθενούς, των κλινικών εξετάσεων και με τη χρήση απεικόνισης υπερήχων και μαγνητικής τομογραφίας (MRI). Ωστόσο, η χειρουργική επέμβαση παρεμένει ο μόνος τρόπος για να επιβεβαιωθεί μία διάγνωση καρκίνου.

Η θεραπεία πρώτης γραμμής για την εμφάνιση συμπτωματικής μετεμμηνοπαυσιακής ενδομητρίωσης είναι χειρουργική γιατί πρέπει να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο καρκίνου. Σε περίπτωση που τα συμπτώματα επιμένουν μετά τη χειρουργική επέμβαση, μπορούμε να παρέμβουμε φαρμακευτικά. Τα φάρμακα εκλογής είναι οι αναστολείςτης αρωματάσης και η λεβονοργεστρέλη ή γεστοδένη, δηλαδή δύο ορμονικά αντισυλληπτικά.