Η ενδομητρίωση είναι μια περίπλοκη ασθένεια. Πολλοί παράγοντες πέραν της κληρονομικότητας μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες μίας γυναίκας να πάθει ενδομητρίωση.

Οι γυναίκες με ενδομητρίωση είναι πιο πιθανό να έχουν συγγενή που πάσχει ή έπασχε από τη νόσο, σε σχέση με άλλες γυναίκες που δεν πάσχουν από ενδομητρίωση.

Υπάρχει κληρονομικότητα στην ενδομητρίωση;

Η έρευνα για την κληρονομικότητα της ενδομητρίωσης συνεχίζεται, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι τα υπεύθυνα γονίδια.

Οι αρχικές έρευνες δείχνουν ότι η κληρονομικότητα μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην ενδομητρίωση. Είναι όμως μάλλον απίθανο να είναι οι γενετικοί παράγοντες οι μοναδικοί ή οι πιο σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν τον κίνδυνο μία γυναίκας να εμφανίσει ενδομητρίωση.

Μελέτη του 2010, που περιελάμβανε 80 γυναίκες με ενδομητρίωση και 60 χωρίς ενδομητρίωση έδειξε ότι οι ασθενείς με ενδομητρίωση είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν συγγενή με την ίδια πάθηση.

Περίπου το 5,9% των γυναικών με ενδομητρίωση που συμμετείχαν στην έρευνα είχε συγγενή πρώτου βαθμού με την ίδια πάθηση, σε σύγκριση με 3% των γυναικών που δεν έπασχαν από ενδομητρίωση και συμμετείχαν στην έρευνα.

Ενώ οι πιθανότητες να έχουν οι γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση συγγενή με την πάθηση ήταν σχεδόν διπλάσιες στην ομάδα της ενδομητρίωσης, η πιθανότητα παραμένει πολύ χαμηλή.

Στην ίδια μελέτη δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στα συμπτώματα των γυναικών με οικογενειακό ιστορικό ενδομητρίωσης και εκείνων χωρίς.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που κάνουν το θέμα περίπλοκο. Πολλοί γιατροί δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για την ενδομητρίωση, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να παραμένουν αδιάγνωστες ακόμα και για 12 χρόνια.

Έρευνα έδειξε ότι στη δεκαετία του 1970, το 70% των περιπτώσεων ενδομητρίωσης δεν είχαν διαγνωστεί, καθότι οι λαπαροσκοπικές τεχνικές δεν είχαν ευρεία εφαρμογή. Συνεπώς οι μητέρες ή άλλες κοντινές συγγενείς των γυναικών που πάσχουν σήμερα από ενδομητρίωση, δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί με τη νόσο.

Υπάρχει γονίδιο της ενδομητρίωσης;

Οι ερευνητές αναζητούν συγκεκριμένα γονίδια που προκαλούν την ενδομητρίωση.

Είχε ενοχοποιηθεί η παραλλαγή ενός γονιδίου που ονομάζεται β1-509C / T, αλλά μετα-ανάλυση που έγινε δεν βρήκε σημαντική σχέση αυτού του γονιδίου με την ενδομητρίωση.

Μια ανασκόπηση του 2019 ανέφερε δεκάδες γονίδια από διαφορετικές έρευνες, τα οποία έχουν συνδεθεί με την ενδομητρίωση. Η επιστημονική κοινότητα όμως δεν έχει καταφέρει ακόμα να καταλήξει στο γονίδιο που προκαλεί τη νόσο.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ των γονιδίων και του περιβάλλοντος μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο. Έρευνα που έγινε πριν από τέσσερα χρόνια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιγενετικοί παράγοντες (αυτοί που μπορούν να αλλάξουν την έκφραση ενός γονιδίου) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ενδομητρίωσης.

Μία γυναίκα δηλαδή που έχει ένα γονίδιο το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης ενδομητρίωσης μπορεί να μην αναπτύξει την ασθένεια εάν δεν εκτεθεί σε ορισμένους επιγενετικούς παράγοντες κινδύνου, όπως το άγχος ή η ρύπανση.

Καθώς τα μέλη της οικογένειας ζουν συχνά σε παρόμοια περιβάλλοντα, κάποιοι επιγενετικοί παράγοντες κινδύνου μπορεί να είναι κοινοί σε μία οικογένεια.

Άλλοι παράγοντες κινδύνου για εκδήλωση ενδομητρίωσης

Οι ερευνητές έχουν καταλήξει σε ορισμένους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την ενδομητρίωση:

  • η περίοδος έρχεται πιο συχνά από το συνηθισμένο και έχει διάρκεια άνω των 7 ημερών

  • πρώτη περίοδος πριν την ηλικία των 11 ετών

Πέρα από την πιθανή γενετική σύνδεση, μία σειρά παραγόντων που αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης ενδομητρίωσης είναι:

  • κατανάλωση αλκοόλ

  • προχωρημένη ηλικία

  • οι καθημερινές μας συνήθειες και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως άγχος, έκθεση σε μόλυνση ή σε χημικές ουσίες που διαταράσσουν τις ορμόνες της γυναίκας

Ο κίνδυνος ενδομητρίωσης αυξάνεται με την ηλικία. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη συσσώρευση των επιπτώσεων του τρόπου ζωής μίας γυναίκας και των περιβαλλοντικών παραγόντων ή θα μπορούσε οφείλεται στο γεγονός ότι τα γονίδια που συνδέονται με την ενδομητρίωση, αλλάζουν με την ηλικία.