About Jacob Soussis

Posts by Jacob Soussis:

H ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί μετά την εμμηνόπαυση

H ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί μετά την εμμηνόπαυση

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Σε σπάνιες περιπτώσεις η ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί ή να επανέλθει μετά την εμμηνόπαυση. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γιατροί ότι αν μία γυναίκα με ενδομητρίωση έχει έντονο πυελικό πόνο ή βαριά αιμορραγία δεν θα πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος να έχει εξελιχθεί η ασθένεια σε καρκίνο, σύμφωνα με άρθρο μαιευτήρων-γυναικολόγων στην επιστημονική επιθεώρηση Hormone Molecular Biology and Clinical Investigation.

Οι ερευνητές εφιστούν επίσης την προσοχή σε ένα σημαντικό δίλημμα: πρέπει ένας γιατρός να δίνει θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) σε μια γυναίκα με ενδομητρίωση που εμφανίζει συμπτώματα εμμηνόπαυσης, δεδομένου ότι αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο να επανέλθει η ενδομητρίωση ή να εξελιχθεί σε καρκίνο;

“Η μετεμμηνοπαυσιακή ενδομητρίωση είναι σπάνια, αλλά είναι μια πραγματικότητα”, ανέφεραν οι συγγραφείς.

Η ενδομητρίωση είναι μία ασθένεια που εξαρτάται από τα οιστρογόνα και εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και τα συμπτώματά της υποχωρούν ή εξαφανίζονται όταν ξεκινά η εμμηνόπαυση.

Υπάρχουν όμως αρκετές αναφορές περιστατικών που αποδεικνύουν ότι η ασθένεια μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και στην εμμηνόπαυση, χωρίς να έχει η γυναίκα περίοδο ή υψηλά επίπεδα οιστρογόνων. Κατά την εμμηνόπαυση, η δραστηριότητα των ωοθηκών μειώνεται δραστικά και έτσι δεν εκκρίνουν πλέον τόσες ορμόνες.

Το γεγονός ότι η ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί υπό αυτές τις συνθήκες θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεωρία του Sampson ότι η παλίνδρομη εμμηνόρροια είναι η αιτία της νόσου και αναδεικνύει άλλους μηχανισμούς, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Δεν είναι σαφές εάν η ενδομητρίωση επιμένει μετά την εμμηνόπαυση προερχόμενη από μια προϋπάρχουσα ασθένεια ή ακόμα αν μπορεί να αναπτυχθεί για πρώτη φορά μετά την εμμηνόπαυση.

Σε κάθε περίπτωση, οι ερευνητές αναφέρουν αρκετές πηγές οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες μπορεί να αποτελούν παράγοντες κινδύνου για ενδομητρίωση: η παχυσαρκία, η πρόσληψη φυτικών οιστρογόνων (φυτοοιστρογόνα), ηχρήση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης ή ταμοξιφαίνης και η παραγωγή οιστρογόνων από τις ίδιες τις εστίες της ενδομητρίωσης.

Το tamoxifen, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τον καρκίνο του μαστού και δρα ως αντι-οιστρογόνο στον μαστικό ιστό. Μπορεί όμως να επηρεάσει τον μεταβολισμό τηςχοληστερόλης προς την παραγωγή οιστρογόνων. Επίσης ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στο ενδομήτριο.

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, περιέχει οιστρογόνα.

Άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο είναι το άγχος, οι γενετικοί παράγοντες, ο υποθυρεοειδισμός ή η λήψη λιπαρών οξέων (ακόρεστα ωμέγα 3).

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ότι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου στις περιπτώσεις εκείνες που κατά την χειρουργική επέμβαση δεν κατέστη δυνατόν να αφαιρεθούν όλες οι εστίες της ενδομητρίωσης.

Είναι απαραίτητο λοιπόν πριν χορηγηθεί θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης να σταθμίζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη, αλλά και να λαμβάνεται υπόψιν ο κίνδυνος εξέλιξης της ασθένειας σε καρκίνο με ή χωρίς θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

Η ενδομητρίωση είναι μια καλοήθης ασθένεια, αλλά περίπου το 1% των περιπτώσεων εκτιμάται ότι εξελίσσεται σε καρκίνο, συνήθως στην ωοθήκη, αλλά ακόμα και στο έντερο και στον πνεύμονα.

Οι κλινικοί γιατροί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί εάν μια γυναίκα αναφέρει πυελικό πόνο – δυσμηνόρροια, δυσπαρευνία ή χρόνιο πυελικό άλγος – και βαριά αιμορραγία. Η διάγνωση μπορεί να γίνει μέσω του ιστορικού του ασθενούς, των κλινικών εξετάσεων και με τη χρήση απεικόνισης υπερήχων και μαγνητικής τομογραφίας (MRI). Ωστόσο, η χειρουργική επέμβαση παρεμένει ο μόνος τρόπος για να επιβεβαιωθεί μία διάγνωση καρκίνου.

Η θεραπεία πρώτης γραμμής για την εμφάνιση συμπτωματικής μετεμμηνοπαυσιακής ενδομητρίωσης είναι χειρουργική γιατί πρέπει να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο καρκίνου. Σε περίπτωση που τα συμπτώματα επιμένουν μετά τη χειρουργική επέμβαση, μπορούμε να παρέμβουμε φαρμακευτικά. Τα φάρμακα εκλογής είναι οι αναστολείςτης αρωματάσης και η λεβονοργεστρέλη ή γεστοδένη, δηλαδή δύο ορμονικά αντισυλληπτικά.

Endometriosis can occur after menopause

Endometriosis can occur after menopause

Despite being rare, endometriosis can appear or come back after menopause.

Doctors should be aware of this, particularly if there are complaints of pelvic pain or heavy bleeding, and they must not underestimate the risk of the disease progressing into cancer, an opinion piece written by several obstetrician-gynecologists says.

Researchers also call attention to a major therapeutic dilemma: Should a doctor prescribe hormonal replacement therapy (HRT) to a woman experiencing menopause symptoms, given that this may raise her risk of having endometriosis come back or degenerate into cancer?

The article, “Endometriosis and the menopause: why the question merits our full attention,” appeared in the journal Hormone Molecular Biology and Clinical Investigation.

Post-menopausal endometriosis is a rare condition but is a reality,” the authors stated.

As an estrogen-dependent disease, endometriosis primarily affects women of reproductive age, its activity lessening or even regressing at the onset of menopause.

However, there have been several reports of cases that demonstrate the disease may still develop at this time, in the absence of menstrual cycles and in a low-estrogen environment. During menopause, the ovaries’ activity drops drastically, including their capacity to secrete hormones.

The fact that endometriosis can appear in such conditions sheds doubt on Sampson’s theory of retrograde bleeding in explaining the disease origin, and implicates other mechanisms, researchers say.

Doubt persists, however, as to whether endometriosis persists into the post-menopausal period, whether it comes back from a pre-existing disease or if it can develop for the first time after menopause.

In any case, researchers propose several sources of estrogen in postmenopausal women that might serve as risk factors for endometriosis: conditions such as obesity, intake of plant-derived estrogens (phytoestrogens), the use of HRT or tamoxifen, and the production of estrogen by endometriosis lesions themselves.

Tamoxifen, a medication used for breast cancer, acts as an anti-estrogen in the mammary tissue, but as an estrogen-stimulating agent in cholesterol metabolism, bone density, and cell proliferation in the endometrium.

HRT, a common treatment used to relieve menopause symptoms, consists of taking hormone supplements, including estrogen, to restore some of the hormonal levels that decrease during menopause.

Other factors that may play a role include stress, genetic factors, hypothyroidism, or fatty acids (unsaturated omega 3).

Another factor to take into account is that HRT may increase the risk of endometriosis symptoms and disease recurrence after surgery to treat severe symptoms. If there are residues of endometriosis lesions before starting HRT, this risk may increase, particularly if the disease was more severe and surgery was incomplete.

Therefore, before prescribing HRT it is imperative “to weigh the risks and benefits,” researchers say.

The authors also call clinicians’ attention to not forgetting the risk of progression into cancer with or without HRT.

Endometriosis is a benign condition, but about 1% of cases are estimated to develop into cancer, most commonly in the ovary, but also in the bowel and even the lung.

Clinicians should be particularly attentive if a woman reports pelvic pain — dysmenorrhea, dyspareunia or chronic pelvic pain — and heavy bleeding. Diagnosis can be done through patient history, clinical examinations and using ultrasound and magnetic resonance imaging (MRI). However, laparoscopy (keyhole surgery) is the only way to fully confirm a diagnosis of cancer.

The first-line treatment for new-onset symptomatic post-menopausal endometriosis should be surgery because of diagnosis uncertainty and the risk of cancer. Medical therapy can be an alternative if pain comes back after surgery or if surgery is contraindicated, including aromatase inhibitors and levonorgestrel or gestodene, two hormonal contraceptives.

Source:https://www.degruyter.com/view/j/hmbci.ahead-of-print/hmbci-2018-0071/hmbci-2018-0071.xml

https://endometriosisnews.com/2019/04/02/doctors-must-be-aware-that-endometriosis-can-occur-after-the-menopause-article-says/

Η πρώτη εξέταση αίματος για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης

Η πρώτη εξέταση αίματος για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Η διάγνωση της ενδομητρίωσης είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι συνήθως υπάρχει καθυστέρηση 7 έως 12 ετών από την πρώτη εμφάνιση συμπτωμάτων μέχρι τη διάγνωση της νόσου.

Μια ιδιωτική εταιρεία (MDNA Life Sciences) ανακοίνωσε ότι πρόκειται να κυκλοφορήσει πολύ σύντομα η πρώτη εξέταση αίματος στον κόσμο για την ενδομητρίωση, ικανή να ανιχνεύσει την ασθένεια στο 90% των περιπτώσεων.

Τα αποτελέσματα θα είναι διαθέσιμα λίγες μέρες μετά τη λήψη του αίματος, δίνοντας τη δυνατότητα στους γιατρούς να κάνουν πολύ πιο έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.

Η ενδομητρίωση, μία ασθένεια που συνδέεται με χρόνιο πόνο και υπογονιμότητα, πλήττει 1 στις 10 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Απαιτείται χειρουργική επέμβαση για την οριστική διάγνωσή της (λαπαροσκόπηση), με αποτέλεσμα ο μέσος χρόνος διάγνωσης να είναι τα 7,5 έτη.

Η εταιρία έχει αναπτύξει τεχνικές για την αξιοποίηση των μοναδικών χαρακτηριστικών των μεταλλάξεων στο μιτοχονδριακό DNA, που μπορούν να λειτουργήσουν ως βιοδείκτες για τον εντοπισμό διάφορων ασθενειών.

Μετά τον επιτυχή εντοπισμό βιοδεικτών για διαφορετικούς τύπους καρκίνου, οι ερευνητές στο εργαστήριο της εταιρίας στο Newcastle upon Tyne έχουν πλέον εντοπίσει βιοδείκτες που σχετίζονται με την ενδομητρίωση. Τα αποτελέσματα μιας κλινικής μελέτης που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιστημονική επιθεώρηση Biomarkers in Medicine, δείχνουν ότι αυτοί οι βιοδείκτες μπορούν να ανιχνεύσουν με ακρίβεια την ενδομητρίωση σε δείγματα αίματος στο 90% των περιπτώσεων, ακόμη και στα αρχικά στάδια της νόσου.

Η εταιρία ξεκίνησε ένα πρόγραμμα για τη δημιουργία δοκιμαστικού κιτ, το οποίο θα επιτρέπει στα εργαστήρια να χρησιμοποιούν τη νέα εξέταση για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης. Η διαδικασία πιστοποίησης της νέας εξέτασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ολοκληρωθεί σε 9-10 μήνες.

Ο Dr. Andrew Harbottle, Επιστημονικός Διευθυντής της MDNA εξηγεί: “Οι μεταλλάξεις στο μιτοχονδριακό DNA λειτουργούν ως ιδανικοί βιοδείκτες. Μας παρέχουν ένα μοναδικό και λεπτομερές ημερολόγιο των βλαβών του DNA και μας επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε με ακρίβεια πολλές ασθένειες που είναι δύσκολο να διαγνωσθούν, όπως η ενδομητρίωση”.

Η εταιρεία έχει ήδη αποδείξει την ακρίβεια της τεχνολογίας της με μια εξέταση αίματος για τον καρκίνο του προστάτη. Εκτός από τη νέα εξέταση αίματος για τη ενδομητρίωση, η MDNA σχεδιάζει να κυκλοφορήσει εξετάσεις για τον καρκίνο των ωοθηκών και τον καρκίνο του παγκρέατος το επόμενο έτος. Οι εξετάσεις για τον καρκίνο του πνεύμονα, του ήπατος και του στομάχου θα ακολουθήσουν το 2021, ενώ ετοιμάζουν και ανάλογες εξετάσεις για άλλες ασθένειες.

Ο Χάρι Σάλτερ, Πρόεδρος της MDNA, λέει: “Το πρωτοποριακό μας τεστ για την ενδομητρίωση θα αλλάξει θεμελιωδώς τον τρόπο ανίχνευσης και διάγνωσης της ασθένειας. Ανυπομονούμε να βοηθήσουμε τις γυναίκες να αρχίζουν νωρίτερα τη θεραπεία, μειώνοντας τον πόνο και τη δυσφορία τους και προσφέροντας ταυτοχρόνως εξοικονόμηση κόστους στις υπηρεσίες υγείας».

Η γνώμη μου

Η κυκλοφορία μία αξιόπιστης μη-επεμβατικής εξέτασης για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης είναι αναγκαία, καθώς πολλές ασθενείς θα γλυτώσουν από επεμβάσεις που δεν θα είναι πλέον απαραίτητες, ενώ θα επιταχυνθεί η διάγνωση και αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να βελτιωθεί σημαντικά η ποιότητα ζωής εκατομμυρίων γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πηγή:

https://mdnalifesciences.com/2019/04/worlds-first-blood-test-for-endometriosis-can-detect-up-to-9-out-of-10-cases

First endometriosis blood test detects up to 9 out of 10 cases

First endometriosis blood test detects up to 9 out of 10 cases

 Endometriosis is notoriously difficult to diagnose. A recent study showed that it usually takes 7-12 years from first experiencing symptoms to diagnosis.

A private company (MDNA Life Sciences) announced that it is to launch the world’s first blood test for endometriosis, able to detect the disease in up to 9 out of 10 cases. Results will be available in a matter of days after the test is carried out, enabling doctors to make earlier decisions on diagnosis and treatment.

Endometriosis, a debilitating condition affecting 1 in 10 women of reproductive age, causes years of pain and distress. A surgical procedure is required to definitively diagnose the condition, resulting in an average delay to diagnosis of 7.5 years.

Using its proprietary technology, MDNA has developed techniques to exploit the unique characteristics of mutations in mitochondrial DNA, which can act as biomarkers for the presence of a range of diseases.

After successfully identifying biomarkers for different types of cancer, researchers at MDNA’s Newcastle upon Tyne laboratory have now identified biomarkers associated with endometriosis. Results of a clinical study recently published in the peer-reviewed journal Biomarkers in Medicine, show that the newly identified biomarkers can accurately detect endometriosis in blood samples in up to 9 out of 10 cases, even in its early stages.

MDNA has now embarked on a programme to create a CE-marked test kit to enable clinical laboratories in the UK and worldwide to carry out the test on a commercial basis. The CE process will be completed in 9-10 months.

Dr Andrew Harbottle, MDNA Life Sciences’ Chief Science Officer explains: “Mutations in mitochondrial DNA act as ideal biomarkers, providing us with a unique and detailed diary of damage to the DNA and accurately detecting many difficult to diagnose diseases and conditions, such as endometriosis”.

MDNA’s Mitomi Technology platform identifies and optimises the best biomarkers to detect a specific disease. The company has already demonstrated the accuracy of its technology in a blood test for prostate cancer. As well as the new test for endometriosis, MDNA is planning to release tests for ovarian cancer and pancreatic cancer next year. Tests for lung, liver, and stomach cancers will follow in 2021 and more tests are in the pipeline.

Harry Smart, MDNA Life Sciences’ Chairman says “Our ground-breaking test for endometriosis will fundamentally change the way this debilitating disease is detected and diagnosed. We look forward to helping women get treatment sooner, reducing their pain and distress and providing cost savings to health services”.

My opinion

The development of a reliable non-invasive test for the diagnosis of endometriosis is highly desirable and necessary since it will spare many patients of unnecessary surgical interventions and it will facilitate and speed up the diagnosis and management of endometriosis. This will immensely improve the quality of life of millions of women worldwide.

Source:

https://mdnalifesciences.com/2019/04/worlds-first-blood-test-for-endometriosis-can-detect-up-to-9-out-of-10-cases/

Κόκκινα σταφύλια, βατόμουρα και φυστίκια μπορεί να βοηθήσουν τις υπογόνιμες γυναίκες με ενδομητρίωση

Κόκκινα σταφύλια, βατόμουρα και φυστίκια μπορεί να βοηθήσουν τις υπογόνιμες γυναίκες με ενδομητρίωση

Άρθρο του Ι. Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Η ρεσβερατρόλη, μια φυσική ουσία που υπάρχει σε πολλά βρώσιμα φυτά, μπορεί να μειώσει τα επίπεδα δύο ενζύμων (MMP-2 και MMP-9) τα οποία παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της ενδομητρίωσης και της υπογονιμότητας που σχετίζεται με την ασθένεια.

Αυτή η χημική ένωση έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που μπορεί να έχουν θεραπευτική δράση στις γυναίκες με ενδομητρίωση. Είναι όμως απαραίτητες περαιτέρω έρευνες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα νέας έρευνας που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Gynecological Endocrinology (Γυναικολογική Ενδοκρινολογία).

Η ενδομητρίωση είναι μια φλεγμονώδης ασθένεια που χαρακτηρίζεται απόυπερδραστηριοποίηση των μεταλλοπρωτεϊνασών μήτρας (MMPs), μιας ομάδας ενζύμων που διασπούν αρκετές πρωτεΐνες οι οποίες αποτελούν την εξωκυττάρια θεμέλια ουσία, δηλαδήμία βιολογική σκαλωσιά που παρέχει υποστήριξη στα κύτταρα και στους ιστούς.

Οι ΜΜΡ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των οργάνων και στην αλλαγή τωνιστών, αλλά συνήθως δεν είναι ιδιαίτερα δραστήριες στους ιστούς των ενηλίκων.

Η δραστηριότητά τους μπορεί όμως να αυξηθεί σημαντικά σε διάφορες ασθένειες όπως η ενδομητρίωση. Στις ασθενείς με ενδομητρίωση έχουν ενοχοποιηθεί για την αποτυχία της εμφύτευσης του εμβρύου σε μεθόδους υποβηθούμενης αναπαραγωγής. Συγκεκριμένα δύο ΜΜΡ (οι ΜΜΡ-2 και ΜΜΡ-9) έχουν συνδεθεί με την αποτυχία εμφύτευσης του εμβρύου.

Η ρεσβερατρόλη, μια χημική ένωση που υπάρχει στα κόκκινα σταφύλια, τα βατόμουρα, τασμέουρα και τα φυστίκια, μπορεί να αναστέλλει τις ΜΜΡ-2 και ΜΜΡ-9 και έχει φανεί σε ορισμένες μελέτες ότι προλαμβάνει τη δημιουργία εστιών ενδομητρίωσης.

Αυτή η χημική ένωση διατίθεται ως συμπλήρωμα διατροφής σε περιπτώσεις υψηλήςχοληστερόλης, καρκίνου, καρδιακών παθήσεων και άλλων ασθενειών, αν και δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις για τη χρησιμότητά της σε αυτές τις περιπτώσεις.

Μια ομάδα ερευνητών στο Πανεπιστήμιο Ιατρικών Επιστημών της Τεχεράνης στο Ιράν μελέτησαν την επίδραση της ρεσβερατρόλης στα επίπεδα των ΜΜΡ-2 και ΜΜΡ-9 σε ασθενείς με ενδομητρίωση.

Στην κλινική δοκιμή συμμετείχαν 34 ασθενείς που είχαν υπογονιμότητα σχετιζόμενη με την ενδομητρίωση. Τυχαία επέλεξαν και ενέταξαν 17 συμμετέχουσες σε ομάδα ελέγχου που έλαβε εικονικό φάρμακο και 17 σε ομάδα θεραπείας που έλαβε 400 mg ρεσβερατρόλης για 12 έως 14 εβδομάδες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα επίπεδα των ΜΜΡ-2 και ΜΜΡ-9 μειώθηκαν σημαντικά στον ιστό του ενδομητρίου καθώς και στο υγρό του ενδομητρίου και στο αίμα των γυναικών που έλαβαν ρεσβερατρόλη σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

Τα επίπεδα τόσο της ΜΜΡ-2 όσο και της ΜΜΡ-9 στο αίμα και το υγρό του ενδομητρίου ήταν χαμηλότερα μετά τη χειρουργική αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης.

«Δείξαμε ότι η ρεσβερατρόλη μπορεί να αλλάξει την εξέλιξη της φλεγμονής στο ενδομήτριο των γυναικών με ενδομητρίωση, τουλάχιστον στο επίπεδο των εκφράσεων ΜΜΡ-2 και -9»,είπαν οι ερευνητές. “Όλες οι συμμετέχουσες σε αυτή τη μελέτη ήταν υπογόνιμες γυναίκες με ενδομητρίωση σταδίου ΙΙΙ και IV κι έτσι μπορεί να περιορίζεται η γενίκευση των ευρημάτων μας σε όλες τις γυναίκες με ενδομητρίωση”.

Χρειάζονται περισσότερες κλινικές μελέτες για να διαπιστωθεί η θεραπευτική ικανότητα της ρεσβερατρόλης στην ενδομητρίωση”, τόνισαν οι ερευνητές.

Μπορείτε να διαβάσετε τα αποτελέσματα της έρευνας εδώ:https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30777471

Red grapes, blueberries, raspberries and peanuts benefit infertile women with endometriosis

Red grapes, blueberries, raspberries and peanuts benefit infertile women with endometriosis

Resveratrol, a natural substance present in many edible plants, is able to lower the levels of two enzymes, MMP-2 and MMP-9, which have been implicated in the development of endometriosis and associated infertility, an exploratory trial suggests.

The compound has anti-inflammatory properties that may have therapeutic effects for women with endometriosis, but more studies are needed to confirm this claim, the authors caution.

The study, “The modulating effects of Resveratrol on the expression of MMP-2 and MMP-9 in endometriosis women: a randomized exploratory trial,” was published in the journal Gynecological Endocrinology.

Endometriosis is an inflammatory disease marked by an overactivation of matrix metalloproteinases (MMPs), a group of enzymes that break down several proteins that make up the extracellular matrix, a network outside cells that provides support to cells and tissues.

MMPs play an important part in the organ’s development and tissue turnover but normally are not very active in adult tissues.

However, their activity can increase significantly in various disorders such as endometriosis, where they have been associated with the failure of embryo implantation after cycles of assisted reproduction technology (ART).

Two MMPs, MMP-2 and MMP-9, in particular, have been linked to this effect.

Resveratrol, a compound naturally occurring in plants such as red grapes, blueberries, raspberries, and peanuts, is able to inhibit MMP-2 and MMP-9 and has shown signs of preventing the formation of endometriotic lesions in some studies.

The compound is also sold as a supplement and used as a medicine for high cholesterol, cancer, heart disease, and many other conditions, although there is no solid evidence to support its use for these issues.

A team of researchers at the Tehran University of Medical Sciences in Iran have now investigated the effects of resveratrol on the levels of MMP-2 and MMP-9 in endometriosis patients.

They carried out an exploratory clinical trial, which included 34 patients who had endometriosis-associated infertility. They randomly divided 17 participants into a control group given a placebo and 17 into a treatment group given 400 mg of Resveratrol for 12 to 14 weeks.

Results showed that the levels of both MMP-2 and MMP-9 significantly dropped in the endometrium tissue as well as in the endometrium fluid and blood of women treated with resveratrol, compared with the control group.

The blood and endometrial fluid levels of both MMP-2 and MMP-9 were lower following the surgical removal of endometrial lesions.

We showed that Resveratrol can modify the inflammation process in the endometrium of women with endometriosis at least in the level of MMP-2 and -9 expressions,” the researchers wrote. “All participants in this study were infertile women with endometriosis stages III and IV, which may limit the generalization of the findings to all women with endometriosis.”

The therapeutic potency of Resveratrol in endometriosis needs more clinical studies,” they concluded.

Read more: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30777471

Source: https://endometriosisnews.com/2019/03/12/resveratrol-helps-reduce-two-enzymes-endometriosis-trial/

Η διάγνωση της ενδομητρίωσης καθυστερεί 7 εως 12 χρόνια

Η διάγνωση της ενδομητρίωσης καθυστερεί 7 εως 12 χρόνια

Άρθρο του Ι.Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Η ενδομητρίωση μπορεί να επηρεάσει όλες τις πτυχές της ζωής μιας γυναίκας, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών σχέσεων, των κοινωνικών δραστηριοτήτων, της συναισθηματικής ευεξίας και της παραγωγικότητας στην εργασία της.

Η ασθένεια αποτελεί και μεγάλο οικονομικό βάρος για τις γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση και τις οικογένειές τους. Τα στοιχεία για το ετήσιο κόστος για ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες των γυναικών με ενδομητρίωση δείχνουν ότι είναι περισσότερο από τριπλάσιο σε σύγκριση με το κόστος υγειονομικής περίθαλψης των γυναικών που δεν πάσχουν από ενδομητρίωση (ακόμα και πέντε χρόνια πριν ή πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση). Το κόστος μπορεί να αυξηθεί σε πιο σοβαρές περιπτώσεις της νόσου, όταν υπάρχει χρόνιος πυελικός πόνος και υπογονιμότητα.

Η χρηματοδότηση για έρευνες σχετικά με την ενδομητρίωση είναι ανεπαρκής, περιορίζοντας την επιστημονική πρόοδο και τον αριθμό των διαθέσιμων διαγνωστικών και θεραπευτικών επιλογών, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της νέας μελέτης.

Με στόχο την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, η Εταιρεία για την Έρευνα για την Υγεία των Γυναικών (SWHR) δημιούργησε μια ομάδα στην οποία συμμετέχουν ερευνητές, γιατροί, ασθενείς, στελέχη της βιομηχανίας και της κυβέρνησης, που αξιολόγησαν ταπροβλήματα στη διάγνωση και τη θεραπεία της ενδομητρίωσης.

Η πολυσχιδής προσέγγιση που καλύπτει το σύνολο των αναγκών των ασθενών και η ενημέρωσή τους είναι απαραίτητες για τη βελτίωση της περίθαλψης, της διάγνωσης και της ανάπτυξης νέων θεραπειών για την ενδομητρίωση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας με τίτλο “Αξιολόγηση ερευνητικών κενών και ανεκπλήρωτων αναγκών στην ενδομητρίωση”, τα οποία δημοσιεύθηκαν στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση American Journal of Obstetrics and Gynecology.

Σύμφωνα με την ομάδα εμπειρογνωμόνων, η έλλειψη γνώσης και ευαισθητοποίησης σχετικά με τις αιτίες της ενδομητρίωσης συμβάλλει στη σημαντική καθυστέρηση (7 έως 12 έτη) από τη στιγμή της εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων μέχρι τη διάγνωση. Αυτή η καθυστέρηση είναι ακόμα μεγαλύτερη για τις γυναίκες με χρόνιο πυελικό πόνο. Στις νεότερες γυναίκες η καθυστέρηση μπορεί να έχει σωματικές και συναισθηματικές συνέπειες, αλλά και τελικά αύξηση του κόστους θεραπείας.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ότι σήμερα το “χρυσό πρότυπο” για τη διάγνωση απαιτεί χειρουργική επέμβαση (λαπαροσκόπηση), ενώ καλοδεχούμενη θα ήταν η ανάπτυξη λιγότερο ακριβών, μη επεμβατικών διαγνωστικών εργαλείων, όπως οι βιοδείκτες. Επίσης, οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν μόνο την αξιολόγηση των εστιών της ενδομητρίωσης, παρά τις αναφορές περί αμφισβητήσιμης σχέσης του αριθμού των εστιών με τη σοβαρότητα της νόσου, τα συμπτώματα και τις επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των γυναικών με ενδομητρίωση.

Εκστρατείες για την ενημέρωσητων ασθενών, των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης και του κοινού, μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση και θεραπεία, ανέφερε η ομάδα.

Εμπόδια προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν και τα προβλήματα στην ασφαλιστική κάλυψη, το ταμπού γύρω από τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την περίοδο της γυναίκας και το γεγονός ότι θεωρείται φυσιολογικός ο πόνος της περιόδου σε μία γυναίκα. Όλα αυτά κάνουν τις γυναίκες να διστάζουν να συζητήσουν τα συμπτώματα ή να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα.

“Επιπλέον, οι γυναίκες που αναφέρουν τα συμπτώματά τους, μπορεί να πέσουν θύματα της υπάρχουσας μεροληψίας λόγω φύλου, η οποία συχνά έχει οδηγήσει στο να αγνοείται ο πόνος της γυναίκας ή να μην δίνεται επαρκής θεραπεία”, δήλωσε η Rebecca Nebel, PhD, επικεφαλής της έρευνας.

Η καθιέρωση διαγνωστικών αλγορίθμων θα βοηθούσε στην εξάλειψη των καθυστερήσεων της διάγνωσης και θεραπείας.

Οι γυναίκες χρειάζεται να κάνουν κατά μέσο όρο επτά επισκέψεις στον γιατρό τους πριν τις παραπέμψει σε ειδικό, ενώ συχνά έχει γίνει λανθασμένη διάγνωση.

Στην θεραπεία που γίνεται μέχρι τώρα, οι περισσότερες ιατρικές και χειρουργικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται στη διαχείριση του πόνου και των σχετικών συμπτωμάτων με την καταστολή ή την αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης, που πολλές φορές είναι αναποτελεσματικές.

Η φυσιοθεραπεία, ο βελονισμός και η γιόγκα είναι παραδείγματα μη φαρμακευτικών στρατηγικών που μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση του πόνου. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη θεραπεία της κατάθλιψης που σχετίζεταιμε την ενδομητρίωση και να παρέχουν στρατηγικές αντιμετώπισης των συμπατωμάτων και χαλάρωσης.

Η καταστολή των ωοθηκών μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες όπως απώλεια οστικής μάζας, εξάψεις και αύξηση βάρους. Αρκετές θεραπείες (πχ. αντισυλληπτικό χάπι) δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν όταν οι γυναίκες προσπαθούν να μείνουν έγκυοι και έτσι οι πάσχουσες από ενδομητρίωση έρχονται αντιμέτωπες με το δίλημμα είτε να μειώσουν τον πόνο είτε να προγραμματίσουν την προσπάθεια για επίτευξη εγκυμοσύνης το χρονικό διάστημα που δεν παίρνουν αγωγή.

Οι μελλοντικές θεραπείες και η φροντίδα θα πρέπει να στραφούν προς μια ολιστική προσέγγιση, εστιασμένη στον ασθενή ως σύνολο και όχι σε ένα σύμπτωμα κάθε φορά”, ανέφεραν οι ειδικοί.

Μπορείτε να διαβάσετε τα αποτελέσματα της έρευνας εδώ:

https://www.ajog.org/article/S0002-9378(19)30385-0/pdf

https://www.ajog.org/article/S0002-9378(19)30385-0/fulltext

Endometriosis diagnosis takes 7 to 12 years

Endometriosis diagnosis takes 7 to 12 years

Endometriosis may affect all aspects of a woman’s life, including sexual relations, social activities, emotional well-being and work productivity.

The disease is costly. Claims data show that average annual health care costs (medical and prescription) are more than three times higher for women with endometriosis compared to patients without endometriosis, even five years pre- and five years post-diagnosis. Τhe cost can increase in cases of greater severity of the disease, presence of pelvic pain and infertility.

However, endometriosis is still underfunded and under-researched, thus limiting scientific progress and the number of available diagnostic and treatment options, according to a new review study.

Aiming to address these concerns, the Society for Women’s Health Research (SWHR) brought together a group of researchers, clinicians, and patients as well as industry and government officials, who evaluated barriers affecting endometriosis diagnosis and treatment, reviewed current practice, and highlighted research priorities.

Multidisciplinary approaches addressing all patient needs and greater disease awareness are needed to improve care, diagnosis and development of treatments for people with endometriosis, showed the resutls of the research “Assessing Research Gaps and Unmet Needs in Endometriosis,” which was published in the American Journal of Obstetrics and Gynecology.

According to the expert group, the current lack of knowledge and awareness about the causes of endometriosis contributes to the significant delays (7 to 12 years) from first experiencing symptoms to diagnosis. These delays are even worse for women with pelvic pain and for younger women, and may cause physical and emotional damage, as well as increase costs associated with the disease.

Another contributing factor is that the current gold standard for diagnosis requires surgery (laparoscopy), warranting the development of accurate, noninvasive and less costly diagnostic tools, such as biomarkers. Also, current guidelines only recommend assessing endometrial lesions, despite reports of a questionable association between the number of lesions and disease severity, symptoms and impact on women’s quality of life.

Campaigns to educate patients, healthcare providers, and the public may also help achieve more timely and accurate diagnosis and treatment, the team noted.

Additional barriers are difficulties with insurance coverage, and the stigma around menstrual issues and society’s normalization of women’s pain, which may make patients reluctant to discuss symptoms or seek care.

“In addition, women who do bring up their symptoms may fall victim to the well-documented clinical gender bias that has resulted in some women’s pain being dismissed or inadequately treated,” Rebecca Nebel, PhD, the study’s senior author and director of scientific programs at SWHR, said.

Standardized screenings, such as those used in cases of potential violence against women, could be used as a model in endometriosis, the experts said.

Other barriers are related to healthcare providers, as women need to make an average of seven visits to their primary provider before being referred to specialists, and often are misdiagnosed.

As for current practice in treatment, most medical and surgical approaches — including hysterectomy and uterus removal — focus on managing pain and associated symptoms by suppressing or removing endometrial lesions, but may not be effective.

Physical therapy, acupuncture, and yoga are examples of non pharmacological strategies that may help ease pain. Mental health professionals may help treat depression and grieving associated with endometriosis, while also providing coping and relaxation strategies.

Available medical therapies may induce side effects such as bone loss, hot flashes, and weight gain. Also, many cannot be used when women are trying to get pregnant, often forcing them to decide on whether to minimize pain or time their attempts to conceive while off medication.

Overall, “future treatments and care should shift toward a patient-centric, multidisciplinary approach that focuses on the patient as a whole, rather than one symptom at a time,” the experts said.

Centers of expertise taking an interdisciplinary approach with experts in “laparoscopy, medical management, pain education, physical therapy, and psychological care” may help implement treatment strategies “that address all the needs of the patient, including quality-of-life issues,” the team stated.

Read more: https://www.ajog.org/article/S0002-9378(19)30385-0/pdf

https://www.ajog.org/article/S0002-9378(19)30385-0/fulltext

Source: https://endometriosisnews.com/2019/02/28/multidisciplinary-approach-awareness-will-most-benefit-endometriosis-patients-experts-say/

Αντισυλληπτικά εμφυτεύματα μειώνουν τον πόνο της ενδομητρίωσης

Αντισυλληπτικά εμφυτεύματα μειώνουν τον πόνο της ενδομητρίωσης

Άρθρο του Ι. Σούση, Ιατρού Αναπαραγωγής

Τα αντισυλληπτικά εμφυτεύματα Implanon NXT της Merck και το Mirena της Bayer περιορίζουν σημαντικά τον πυελικό πόνο και τις εμμηνορροϊκές κράμπες σε γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση, βελτιώνοντας την ποιότητα  της ζωής τους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα νέας έρευνας που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Fertility and Sterility.

Ο πυελικός πόνος και οι κράμπες της περιόδου (δυσμηνόρροια) είναι συνήθη συμπτώματα της ενδομητρίωσης. 

Ένας από τους κύριους στόχους στην αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης είναι η μείωση του πόνου. Μελέτες έχουν δείξει ότι το Mirena είναι αποτελεσματικό στον έλεγχο του πόνου που σχετίζεται με την ενδομητρίωση. Ωστόσο, λίγες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε εμφυτεύματα ετονογεστρέλης και στη σύγκριση της αποτελεσματικότητας αυτών των ορμονικών θεραπειών.

Σε αυτήν την κλινική δοκιμή φάσης 4, οι ερευνητές συνέκριναν την αποτελεσματικότητα δύο αντισυλληπτικών εμφυτευμάτων (Implanon NXT και Mirena) στο κατά πόσον μειώνουν τον πυελικό πόνο και τις κράμπες της εμμηνόρροιας σε γυναίκες με ενδομητρίωση.

Το Implanon NXT είναι ένα αντισυλληπτικό εμφύτευμα  που απελευθερώνει ετονογεστρέλη και εισάγεται κάτω από το δέρμα στον άνω βραχίονα. Το Mirena είναι ένα ενδομήτριο σπιράλ που απελευθερώνει λεβονοργεστρέλη των 52 mg.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 103 γυναίκες με ενδομητρίωση που έπασχαν από  χρόνιο πυελικό πόνο, κράμπες στην περίοδο ή και τα δύο για περισσότερους από έξι μήνες. 

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν είτε Implanon NXT είτε Mirena. Η αρχική περίοδος παρακολούθησης της μελέτης ήταν έξι μήνες, με έλεγχο κάθε μήνα μετά την εμφύτευση. Οι ασθενείς είχαν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τη συσκευή  και μετά την ολοκλήρωση της μελέτης.

Η μελέτη έγινε σε ασθενείς του Τμήματος Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Campinas, στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Όλες είχαν υποβληθεί στο παρελθόν σε θεραπεία για ενδομητρίωση σταδίου Ι-IV ή για εν των βάθει ενδομητρίωση.

Από τις ασθενείς, 52 (με μέση ηλικία 33,4 ετών) έλαβαν Implanon NXT και 51 ασθενείς (με νέση ηλικία 34,7 ετών) έλαβαν Mirena.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο καταγραφής πόνου VAS (Visual Analogue Scale 0-10) πριν ξεκινήσουν τις θεραπείες, αλλά και την περίοδο που οι ασθενείς είχαν τα εμφυτεύματα.

Ο πυελικός πόνος μειώθηκε σημαντικά και από τις δύο θεραπείες, χωρίς στατιστική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Η μέση βαθμολογία VAS για πυελικό πόνο στην ομάδα του Implanon NXT μειώθηκε από 7,6 που ήταν στην αρχή σε 2 στην εξάμηνη αξιολόγηση. Παρομοίως, στις γυναίκες που είχαν το Minera, η μέση βαθμολογία VAS μειώθηκε από 7,4 που είχαν στην αρχή σε 1,9 κατά την περίοδο της μελέτης.

Και οι δύο θεραπείες μειώνουν επίσης σημαντικά τις κράμπες της περιόδου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας. Ο δείκτης VAS μειώθηκε στις ασθενείς με Implanon NXT από 7,5 σε 2,2 και στις ασθενείς με Minera από 7,3 σε 1,9.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν  στην αρχή και κατά τη διάρκεια της μελέτης το ερωτηματολόγιο Endometriosis Health-30 (EHP-30) για να αξιολογήσουν τη δράση των θεραπειών στην ποιότητα ζωής των ασθενών (HRQoL). 

Το βασικό τμήμα EHP-30 αξιολογεί τον πόνο, τον έλεγχό του, την ευεξία, την κοινωνική στήριξη και την αυτοεκτίμηση. Υπάρχουν ερωτήσεις επίσης για άλλους τομείς της υγείας και της συναισθηματικής κατάστασης των ασθενών. Και στις δύο ομάδες αναφέρθηκε σημαντική μείωση του EHP-30 και βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Διαταραχές στην αναμενόμενη εμφάνιση της περιόδου αναφέρθηκαν σε ασθενείς και των δύο ομάδων. Στην ομάδα Mirena, οι γυναίκες ανέφεραν ότι δεν είχαν συχνά περίοδο (30%) και είχαν συχνά κηλίδες αίματος (22,1%), την περίοδο των έξι μηνών. Στην ομάδα του Implanon NXT, 28,8% ανέφεραν πλήρη απουσία περιόδου (αμηνόρροια) και 24,4% σπάνια εμμηνόρροια. 

Παρόλο που απαιτούνται περαιτέρω μελέτες με περισσότερες συμμετέχουσες για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των θεραπειών, “και οι δύο θεραπείες είναι επιλογές για μακροχρόνια χρήση σε γυναίκες με πυελικό πόνο που σχετίζεται με την ενδομητρίωση κι έχουν λίγες παρενέργειες”, συμπέραναν οι ερευνητές.

Μπορείτε να διαβάσετε τα αποτελέσματα της έρευνας εδώ:

 

Contraceptive implants reduce endometriosis-associated pain

Contraceptive implants reduce endometriosis-associated pain

By I Soussis MD

 Contraceptive implants Implanon NXT and Mirena significantly curb pelvic pain and menstrual cramping in women with endometriosis, improving their health-related quality of life, researchers from Spain report.

The study, “Control of endometriosis-associated pain with etonogestrel-releasing contraceptive implant and 52-mg levonorgestrel-releasing intrauterine system: randomized clinical trial” was published in the journal Fertility and Sterility.

Pelvic pain and debilitating menstrual cramps (dysmenorrhea) are the most common symptoms of endometriosis. One of the main objectives of endometriosis treatment is pain control. Studies have shown that Mirena is effective in controlling endometriosis-associated pain. However, few studies have focused on etonogestrel implants and on comparing the efficacy of these hormonal treatments.

In this Phase 4 clinical trial, researchers compared the efficacy of two contraceptive implants (Implanon NXT and Mirena) in alleviating pelvic pain and menstrual cramps in women with endometriosis.

Implanon NXT is an etonogestrel-releasing contraceptive implant inserted under the skin in the upper arm. Mirena is a 52-mg levonorgestrel-releasing intrauterine device.

The study included 103 women experiencing endometriosis-associated chronic pelvic pain, menstrual cramps, or both for more than six months. The patients randomly received either Implanon NXT or Mirena. The initial follow-up period of the study was six months, with a checkup every month after implantation. The patients could keep the device after completion of the study.

The women were recruited from the Department of Obstetrics and Gynecology, University of Campinas Faculty of Medical Sciences, Campinas, Sao Paolo, Brazil. They were being treated for stage I–IV endometriosis or deep endometriosis.

There were 52 patients (mean age 33.4 years) who received Implanon NXT; 51 patients (mean age 34.7 years) received Mirena.

Researchers used the patient-reported visual analogue scale (VAS; 0-10) to determine the effect of these treatments on curbing noncyclic pelvic pain and menstrual cramps. The lower the VAS score, the lesser the pain. The mean score registered in the month before implant placement was considered the baseline.

Pelvic pain was significantly eased by both treatments, with no statistical difference between the two groups. The mean VAS score for pelvic pain in the Implanon NXT group decreased from 7.6 at baseline to 2 at the six-month evaluation. Similarly, among Minera users, the mean VAS score dropped from 7.4 at baseline to 1.9 during the study period.

Both treatments also markedly alleviated menstrual cramps, the team reported. A significant reduction in the VAS score for menstrual cramps between baseline and the six-month follow-up was observed in Implanon NXT users (7.5 to 2.2) as well as the Minera users (7.3 to 1.9).

The team used the Endometriosis Health Profile-30 (EHP-30 questionnaire) to assess the impact of the treatments on the patients’ health-related quality of life (HRQoL). The patients completed EHP-30 before the start of the study and at the six-month follow-up. A lower score corresponds to a better HRQoL.

The EHP-30 core segment assesses pain, control, and powerlessness, emotional well-being, social support, and self-image. It also has a modular section that covers questions about other areas of health and emotional status that patients may or may not experience. A significant reduction was reported by both groups in the scores for core and modular segments of the EHP-30, indicating a marked improvement in their HRQoL.

Menstrual bleeding pattern disturbances were reported in patients in both groups. In the Mirena group, participants reported infrequent bleeding (30%) and spotting (22.1%), at six months follow-up. In the Implanon NXT group, 28.8% reported a complete absence of bleeding (amenorrhea) and 24.4% infrequent bleeding at the six-month follow-up. However, none of the participants discontinued the study because of these disturbances.

Although further studies with a larger study population are required to assess the efficacy of these contraceptives, “both treatments are long-term feasible options for women with endometriosis-associated pelvic pain, with few side effects,” the study concluded.

 

 

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin