About Jacob Soussis

Posts by Jacob Soussis:

Frozen IVF embryos do not increase chance of pregnancy

Frozen IVF embryos do not increase chance of pregnancy

The use of frozen rather than fresh embryos in IVF does not increase the chance of a successful pregnancy, newly published data shows.

The findings discourage the ‘freeze-all’ strategy adopted by some fertility clinics in recent years. They thought that using frozen embryos rather than immediately transferring fresh embryos to the uterus allows patients’ bodies more time to recover from disruptive hormonal treatment required in IVF and intracytoplasmic sperm injection (ICSI) cycles.

Preliminary results of the randomised, multi-centre trial were reported last year at the European Society for Human Reproduction and Embryology’s annual meeting. Speaking at the meeting, lead author Dr Sacha Stormlund from Hvidovre University Hospital in Copenhagen, Denmark, remarked: ‘I think we can now reasonably say, based on our results and those from other recent trials, that in normally ovulating patients there is no apparent benefit from a freeze-all strategy in IVF.

The study, recently published in the British Medical Journal, analysed 460 IVF and ICSI patients across Denmark, Sweden and Spain.

Participants were aged between 18 and 39, and receiving their first, second or third treatment cycle. Half of participants underwent frozen embryo transfer one month after initial egg harvest, whereas the other half received fresh embryo transfer a few days after harvest.

The researchers found that there was no significant difference between the percentage of women who fell pregnant in each treatment group, 27.8 percent for women who froze their embryos compared with 29.6 percent who underwent fresh embryo transfer. In addition, there was no significant difference between the live birth rates, 27.4 and 28.7 percent for frozen and fresh embryo transfer, respectively.

The study also reported a slightly increased risk of preterm birth in the fresh embryo transfer group. However, time to pregnancy was significantly longer in the frozen embryo transfer cohort, leading the authors to conclude that ‘fresh embryo transfer should be used as the gold standard’.

The findings could influence best practice in fertility clinics and are especially relevant given the enormous rise in frozen embryo transfer cycles in recent years – the Human Fertilisation and Embryology Authority’s (HFEAs) latest figures reported a 93 percent increase between 2013 and 2018.

The authors noted that fresh embryo transfer may not be appropriate for all patients, specifically those at a higher risk of the serious side effect of ovarian hyperstimulation syndrome (OHSS). In these patients, frozen embryo transfer can reduce the risk of OHSS.

Dr Stormlund’s team concluded by recommending that: ‘The findings warrant caution in the indiscriminate application of a freeze-all strategy when no apparent risk of ovarian hyperstimulation syndrome is present.’

Source: https://www.bionews.org.uk/page_151306

Η διατήρηση γονιμότητας στις καρκινοπαθείς είναι ασφαλής κι αποτελεσματική

Η διατήρηση γονιμότητας στις καρκινοπαθείς είναι ασφαλής κι αποτελεσματική

Απόλυτη προτεραιότητα κάθε ανθρώπου που μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και των γιατρών του, είναι προφανώς να αντιμετωπιστεί άμεσα η ασθένεια.

Καθώς η σύγχρονη ιατρική αυξάνει εντυπωσιακά τα ποσοστά των ασθενών που ξεπερνούν τον καρκίνο και συνεχίζουν τη ζωή τους, είναι πολύ σημαντικό πριν ξεκινήσουν τις θεραπείες να ενημερωθούν για τις δυνατότητες διατήρησης της γονιμότητάς τους, ώστε να μπορούν στο μέλλον να αποκτήσουν, εάν το θελήσουν, παιδιά.

Αρκετά θεραπευτικά σχήματα έχουν επιπτώσεις στη γονιμότητα. Υπάρχουν όμως και αρκετές επιλογές διατήρησης της γονιμότητας πριν ξεκινήσουν οι θεραπείες.

Τα τελευταία χρόνια που ασχολούμαι με τη διατήρηση της γονιμότητας καρκινοπαθών και ιδιαίτερα γυναικών με καρκίνο του μαστού, έχω διαπιστώσει πως αρκετές φορές η ασθενής και οι οικείοι της, μετά το σοκ της διάγνωσης, είναι πιθανό να μην σκεφτούν ότι μπορεί στο μέλλον να θελήσει να αποκτήσει παιδιά. Ευτυχώς όλο και περισσότεροι ογκολόγοι συστήνουν στους ασθενείς τους να ενημερωθούν για τις επιλογές διατήρησης της γονιμότητάς τους πριν ξεκινήσουν τις θεραπείες.

Τόσο η Ευρωπαϊκή όσο και η Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας συνιστούν, όταν είναι δυνατόν, οι καρκινοπαθείς να συναντούν έναν ειδικό διατήρησης της γονιμότητας πριν ξεκινήσουν τη θεραπεία για τον καρκίνο.

Η διατήρησηςτης γονιμότητας πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος κάθε σύγχρονης θεραπείας στην ολιστική αντιμετώπιση του καρκίνου.

Ποιες επιλογές έχει μία γυναίκα για να διατηρήσει τη γονιμότητά της;

Μία γυναίκα που διαγιγνώσκεται με καρκίνο έχει τις εξής επιλογές για να διατηρήσει τη γονιμότητά της και τη δυνατότητα να αποκτήσει παιδιά στο μέλλον εάν το θελήσει:

Κρυοσυντήρηση εμβρύων: διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία, γονιμοποίηση ωαρίων, κατάψυξη εμβρύων, που γίνεται πριν ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Διαρκεί 10-15 μέρες και δεν χρειάζεται νοσηλεία. Χρειάζεται σύντροφος ή δότης σπέρματος

Κρυοσυντήρηση ωαρίων: διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία, κατάψυξη ωαρίων, που γίνεται πριν ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Διαρκεί 10-15 μέρες και δεν χρειάζεται νοσηλεία. Δεν χρειάζεται σύντροφος ή δότης σπέρματος

Κατάψυξη και αυτομεταμόσχευση ωοθηκικού ιστού: αφαίρεση ωοθηκικού ιστού πριν τη θεραπεία, επανατοποθέτηση μετά τη θεραπεία. Γίνεται με λαπαροσκόπηση και πρόκειται για πειραματική μέθοδο, η οποία όμως έχει οδηγήσει σε γεννήσεις υγιών μωρών

Καταστολή της λειτουργίας των ωοθηκών: χορήγηση GnRh φαρμάκου, γίνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σε συνδυασμό με τη χημειοθεραπεία. Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου είναι υπό διερεύνηση

Διατήρηση γονιμότητας σε κορίτσια

Εφόσον το κορίτσι έχει μπει στην εφηβεία, μπορούν να κρυοσυντηρηθούν ωάρια. Κορίτσια με καρκίνο πριν αδιαθετήσουν, μπορούν να καταψύξουν ωοθηκικό ιστό. Σε αυτή τη διαδικασία, αφαιρείται χειρουργικά ιστός από τις ωοθήκες, καταψύχεται και στο μέλλον αποψύχεται και μεταμοσχεύεται στο κορίτσι.

Η διατήρηση της γονιμότητας δεν επηρεάζει την εξέλιξη του καρκίνου

Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουν οι γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο ότι η διαδικασία διατήρησης της γονιμότητάς τους, δεν επηρεάζει αρνητικά την πορεία της νόσου. Τα εξατομικευμένα πρωτόκολλα διέγερσης των ωοθηκών εξασφαλίζουν καλής ποιότητας ωάρια με επίπεδα οιστρογόνων που αντιστοιχούν σε έναν φυσικό κύκλο. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα έναρξης της διέγερσης οποιαδήποτε ημέρα του κύκλου, χωρίς να είναι απαραίτητο να περιμένουμε την επόμενη περίοδο κι έτσι δεν χάνεται πολύτιμος χρόνος. Εάν χρειαστεί μάλιστα, μπορούμε ακόμη και να ολοκληρώσουμε δύο ωοληψίες σε έναν κύκλο.

Η διατήρηση γονιμότητας στις καρκινοπαθείς έχει εξαιρετικά αποτελέσματα

Η μεγαλύτερη μελέτη που έχει γίνει μέχρι σήμερα, η οποία έχει ήδη διαρκέσει 19 χρόνια και συνεχίζεται, έδειξε ότι τα αποτελέσματα της διατήρησης γονιμότητας είναι πραγματικά εξαιρετικά στις καρκινοπαθείς.

Μία στις έξι γυναίκες που διατήρησαν τη γονιμότητά τους έχουν επιστρέψει για να κάνουν εξωσωματική γονιμοποίηση και είχαν ένα αίσιο τέλος στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν παιδιά.

Οι γυναίκες που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού, φάνηκε πως είναι εκείνες που επιστρέφουν περισσότερο για να κάνουν στο μέλλον εξωσωματική γονιμοποίηση και έχουν το υψηλότερο ποσοστό γεννήσεων (70% επέστρεψαν έναντι 30% για ασθενείς με λέμφωμα).

Το 72% των γυναικών από εκείνες που επέστρεψαν για να χρησιμοποιήσουν σε εξωσωματική γονιμοποίηση τα κατεψυγμένα ωάρια ή έμβρυά τους, απέκτησαν παιδί.

Το τεράστιο αυτό ποσοστό είναι η απόδειξη ότι όλες οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται αναλυτικά για τη δυνατότητα διατήρησης της γονιμότητάς τους, έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα, εάν το θελήσουν και το επιτρέπει η υγεία τους, να αποκτήσουν παιδιά στο μέλλον. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι εάν δεν διατηρήσουν για κάποιο λόγο τη γονιμότητά τους, υπάρχει πάντα και η λύση της υιοθεσίας για να αποκτήσουν την οικογένεια που θέλουν.

Η ενδομητρίωση είναι η αιτία της υπογονιμότητας σε 2 από τις 3 υπογόνιμες γυναίκες

Η ενδομητρίωση είναι η αιτία της υπογονιμότητας σε 2 από τις 3 υπογόνιμες γυναίκες

Η ενδομητρίωση είναι η αιτία της υπογονιμότητας σε πολύ περισσότερες γυναίκες από ότι γνωρίζαμε μέχρι τώρα, σύμφωνα με νέα έρευνα, που έδειξε ότι οι 2 στις 3 γυναίκες που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδί ύστερα από έναν χρόνο ελεύθερων σεξουαλικών επαφών, είχαν ενδομητρίωση.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι το 50% των γυναικών με ενδομητρίωση ήταν υπογόνιμες. Η ενδομητρίωση κάνει πιο δύσκολη την επίτευξη εγκυμοσύνης. Η μηνιαία πιθανότητα μίας γόνιμης γυναίκας να συλλάβει είναι 15-20%, αλλά στις γυναίκες με ενδομητρίωση, το ποσοστό αυτό πέφτει στο 2–10%.

Η πιθανότητα σύλληψης μπορεί να μειωθεί εξαιτίας της ενδομητρίωσης από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων:

-η φλεγμονή που προκαλείται από την ενδομητρίωση και επηρεάζει την ανάπτυξη των ωαρίων, την ποιότητά τους, αλλά και την αλληλεπίδραση ωαρίου-σπέρματος

-αλλαγές στη δομή των σαλπίγγων και συμφύσεις με την ωοθήκη που δυσκολεύουν τη σάλπιγγα να “πιάσει” το ωάριο μετά την ωορρηξία

-η επέμβαση για την αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης μπορεί να μειώσει τη λειτουργία του ωοθηκικού ιστού

Οι μέθοδοι ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι συνήθως η λύση για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας που έχει ως αιτία την ενδομητρίωση. Η μέτρια ή σοβαρή ενδομητρίωση συνδέεται πάντως με μειωμένα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η λαπαροσκόπηση αυξάνει τις πιθανότητες εγκυμοσύνης
Η λαπαροσκοπική αφαίρεση των εστιών της ενδομητρίωσης αυξάνει τις πιθανότητες εγκυμοσύνης και τοκετού, ειδικά σε γυναίκες με ήπια ή μέτρια ενδομητρίωση.

Οι ερευνητές στο γερμανικό πανεπιστήμιο Friedrich-Schiller, θέλησαν να εκτιμήσουν το ποσοστό γυναικών με ενδομητρίωση που δεν κατάφεραν να μείνουν έγκυοι ύστερα από ένα χρόνο προσπαθειών. Οι σύντροφοί τους είχαν φυσιολογικές παραμέτρους σπέρματος.

Στη μελέτη συμμετείχαν 300 γυναίκες που υποβλήθηκαν σε διαγνωστική λαπαροσκόπηση και υστεροσκόπηση και εξέταση της βατότητας των σαλπίγγων, έναν συνδυασμό τεχνικών που επιτρέπει λεπτομερή απεικόνιση των εσωτερικών και εξωτερικών τμημάτων της μήτρας και των σαλπίγγων, καθώς και των κοντινών πυελικών οργάνων και ιστών, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν εμπόδια και ανωμαλίες.

Ενδομητρίωση διαγνώστηκε σε 201 από τις 300 γυναίκες (67%) ποσοστό που είναι υψηλότερο από το 25% έως 50% που είχαν δείξει προηγούμενες μελέτες.

Σχεδόν το 60% των γυναικών που διαγνώστηκαν με ενδομητρίωση στη μελέτη είχαν ελάχιστη ή ήπια ενδομητρίωση. Μέτρια ενδομητρίωση διαγνώστηκε στο 16,9% των γυναικών και σοβαρή ενδομητρίωση στο 18,9%.

Οι γυναίκες με ενδομητρίωση ΄ήταν πιο πιθανό να έχουν πρωτογενή υπογονιμότητα, δηλαδή δεν είχαν μείνει ποτέ έγκυοι ύστερα από ένα έτος ελεύθερων, συχνών σεξουαλικών επαφών. Αντίθετα, η πλειοψηφία των γυναικών χωρίς ενδομητρίωση είχε δευτερογενή υπογονιμότητα, δηλαδή δεν μπορούσαν να μείνουν έγκυοι αν και είχαν συλλάβει στο παρελθόν.

Τα δεδομένα έδειξαν επίσης ότι περισσότερες γυναίκες με ενδομητρίωση ανέφεραν ότι είχαν πόνο κατά την εμμηνόρροια (δυσμηνόρροια) και μικρότερους κύκλους. Η ενδομητρίωση συνδέθηκε επίσης με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος και επίπεδα της anti-Mullerian ορμόνης, η οποία δείχνει το απόθεμα ωαρίων μίας γυναίκας.

Η έρευνα έδειξε ότι η πρωτογενής υπογονιμότητα, η δυσμηνόρροια και ο μικρός εμμηνορροϊκός κύκλος είναι “ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου για την ανίχνευση της ενδομητρίωσης στη διαγνωστική υστερο-λαπαροσκόπηση”.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι με μία ελάχιστα επεμβατική τεχνική εξέτασης όπως η λαπαροσκόπηση, μπορεί να υπάρξει διάγνωση για την υπογονιμότητα γρήγορα και με ασφάλεια.

Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, εκτιμούν ότι η λαπαροσκόπηση θα πρέπει να γίνεται πολύ συχνά, καθώς μπορεί να αυξηθούν οι πιθανότητες εγκυμοσύνης μετά τη χειρουργική θεραπεία της ενδομητρίωσης.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Archives of Gynecology and Obstetrics.

Διαβάστε περισσότερα εδώ: https://link.springer.com/article/10.1007/s00404-020-05479-5

 

Light from devices at night affects sperm quality

Light from devices at night affects sperm quality

Men might want to think twice before reaching for their smartphone at night. A new study found correlations between electronic media use at night and poor sperm quality.

Preliminary results show that greater self-reported exposure to light-emitting media devices in the evening and after bedtime is associated with a decline in sperm quality.

Sperm concentration, motility and progressive motility — the ability of sperm to “swim” properly — were all lower, and the percentage of immotile sperm that are unable to swim was higher, in men who reported more smartphone and tablet usage at night.

Smartphone and tablet use in the evening and after bedtime was correlated with decline in sperm quality. Furthermore, smartphone use in the evening, tablet use after bedtime, and television use in the evening were all correlated with the decline of sperm concentration,” said principal investigator Amit Green, PhD, head of research and development at the Sleep and Fatigue Institute at the Assuta Medical Center in Tel-Aviv, Israel.

“To the best of our knowledge, this is the first study to report these types of correlations between sperm quality and exposure time to short-wavelength light emitted from digital media, especially smartphones and tablets, in the evening and after bedtime.”

The researchers obtained semen samples from 116 men between the ages of 21 and 59 years who were undergoing fertility evaluation. Participants completed questionnaires about their sleep habits and use of electronic devices.

The study also found a correlation between longer sleep duration and higher sperm total and greater progressive motility. In contrast, greater sleepiness was associated with poorer sperm quality.

The research abstract was published recently in an online supplement of the journal Sleep for Virtual SLEEP 2020. SLEEP is the annual meeting of the Associated Professional Sleep Societies, a joint venture of the American Academy of Sleep Medicine and the Sleep Research Society.

Read more: https://academic.oup.com/sleep/article-abstract/43/Supplement_1/A12/5847498?redirectedFrom=fulltext

Το ενδομητρίωμα επηρεάζει τον αριθμό των ωαρίων, αλλά όχι την ποιότητα του εμβρύου και τις γεννήσεις

Το ενδομητρίωμα επηρεάζει τον αριθμό των ωαρίων, αλλά όχι την ποιότητα του εμβρύου και τις γεννήσεις

Οι σοκολατοειδείς κύστεις (ενδομητριώματα) επηρεάζουν αρνητικά ορισμένους παράγοντες της γονιμότητας, αλλά δεν επηρεάζουν τα ποσοστά κυήσεως, την ποιότητα των εμβρύων και τα ποσοστά γεννήσεων μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα νέας μελέτης.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση Journal of Gynecology Obstetrics and Human Reproduction.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, εάν η γυναίκα έχει ενδομητρίωμα στη μία ή και στις δύο ωοθήκες δεν επηρεάζει τις παραμέτρους γονιμότητας ή των ποσοστών κύησης.

Στόχος των ερευνητών ήταν να μελετήσουν τις επιπτώσεις του ενδομητριώματος και της αμφοτερόπλευρης παρουσίας του στην εξωσωματική γονιμοποίηση και τη μικρογονιμοποίηση του ωαρίου.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 159 γυναίκες που έκαναν εξωσωματική γονιμοποίηση με μικρογονιμοποίηση ωαρίου στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Zekai Tahir Burak της Άγκυρας από το 2015 μέχρι το 2018.

Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: την ομάδα μελέτης, με 73 υπογόνιμες γυναίκες με ενδομητρίωμα και την ομάδα ελέγχου, με 86 γυναίκες που δεν είχαν ενδομητρίωμα.

Στην ομάδα μελέτης, 30 γυναίκες είχαν ενδομητρίωμα και στις δύο ωοθήκες και φάνηκε ότι αυτές οι γυναίκες είχαν πιο συχνά ενδομητριώματα άνω των 4 εκατοστών.

Στις γυναίκες με ενδομητρίωμα, τα επίπεδα της FSH και οι συνολικές δόσεις γοναδοτροπίνης που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διέγερση των ωοθηκών ήταν σημαντικά υψηλότερες, ενώ ο αριθμός των μικρών ωοθυλακίων (AFC) ήταν σημαντικά χαμηλότερος.

Τα επίπεδα της αντιμιλέριαν ορμόνης (AMH) ήταν τα ίδια ανεξάρτητα αν η γυναίκα είχε ενδομητριώματα σε μία ή και στις δύο ωοθήκες.

Για όλες τις διαδικασίες, το σπέρμα ελήφθη μέσω εκσπερμάτωσης και δεν ακυρώθηκαν κύκλοι στην ομάδα ελέγχου. Ωστόσο, στην ομάδα μελέτης, 12 κύκλοι ακυρώθηκαν επειδή τα γονιμοποιημένα έμβρυα δεν ήταν κατάλληλα για εμβρυομεταφορά.

Δεδομένων των υψηλότερων ποσοστών ακύρωσης των κύκλων, η πρόγνωση για ασθενείς με ενδομητρίωμα φαίνεται να είναι χειρότερη από ότι σε ασθενείς χωρίς ενδομητρίωμα”, καταλήγουν οι ερευνητές.

Τονίζουν όμως ότι δεν υπήρξε στις 159 γυναίκες ουσιαστική διαφορά στα ποσοστά κύησης, γέννησης μωρού και αποβολών στην αρχή της εγκυμοσύνης.

Δεν υπήρξε επίσης στατιστική διαφορά της ποιότητας των εμβρύων μεταξύ των γυναικών.

Με βάση τα ευρήματά μας, υποθέτουμε ότι η ύπαρξη ενδομητριώματος και στις δύο ωοθήκες δεν επηρεάζει περισσότερο το αποθεματικό των ωοθηκών από ό,τι το ενδομητρίωμα στη μία ωοθήκη”, είπαν οι ερευνητές.

Η άποψή μου

Άλλη μία μελέτη που αποδεικνύει ότι η επίδραση της ενδομητρίωσης είναι ποσοτική και όχι ποιοτική, δεδομένου ότι τα ποσοστά κυήσεων μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση ήταν ίδια ανάμεσα στις γυναίκες που δεν είχαν ενδομητρίωση και αυτές που είχαν ενδομητριώματα στη μία ή και στις δύο ωοθήκες.

Endometrioma affects fertility parameters but not embryo quality

Endometrioma affects fertility parameters but not embryo quality

Researchers sought to investigate the effects of endometrioma and the impact of bilaterality on in vitro fertilization (IVF) and intracytoplasmic sperm injection (ICSI) outcomes.

A Turkish study has found that that presence of endometrioma in patients with endometriosis negatively impacts fertility parameters, but has no effect on embryo quality, clinical pregnancy rates (PR), or live birth rates (LBR).

The study in the Journal of Gynecology Obstetrics and Human Reproduction also concluded bilaterality does not influence any fertility parameters or pregnancy rates.

Done retrospectively, the researchers sought to investigate the effects of endometrioma and the impact of bilaterality on in vitro fertilization (IVF) and intracytoplasmic sperm injection (ICSI) outcomes.

A total of 159 women who underwent IVF/CSI cycles at Zekai Tahir Burak Women’s Health Education and Research Hospital in Ankara, Turkey, between March 2015 and March 2018, were recruited for the study.

Patients were divided into two groups: the study group (n = 73) of infertile women with either unilateral or bilateral ovarian endometrioma with any IVF indication; and the control group (n = 86) without endometrioma.

Basal follicle-stimulating hormone (FSH) levels and total gonadotropin doses used during ovarian stimulation were significantly higher and antral follicle count (AFC) was significantly lower in the study group compared to the control group.

But the differences in these variables between the unilateral (n = 43) and the bilateral (n = 30) endometrioma group were non-significant.

Anti-Müllerian hormone (AMH) levels for unilateral and bilateral endometrioma were also comparable: 1.4 ng/ML and 1.23 ng/mL, respectively.

However, the number of endometriomas > 4 cm was significantly higher in the bilateral than in the unilateral group.

The study also found that the number of dominant follicles at trigger day and total oocyte retrieved were significantly higher in the control group than in the study group. But when compared between the unilateral and the bilateral endometrioma group, these differences were insignificant.

Still, the number of metaphase II (MII) oocytes was significantly higher in the control group compared to the unilateral group, whereas the difference was non-significant between the control group and the bilateral group.

For all procedures, sperm was obtained via ejaculation, and there were no cycles cancelled in the control group. However, in the study group, 12 cycles were cancelled because fertilized embryos could not be procured: 6 cycles each from the unilateral and bilateral group.

There were also four patients in the study group with no dominant follicle development, two each from the unilateral and bilateral group.

In addition, there were eight total fertilization failures, four each from the two groups.

Given the higher cancelling rates, the prognosis for patients with endometrioma seems to be worse than in patients without endometrioma,” wrote the authors.

On the other hand, the number of embryos achieved and blastocysts obtained were similar between the three groups (no laterality, unilateral and bilateral), as were rates of pregnancy, live birth, and early pregnancy loss.

There was also no statistically significant difference between the control and the unilateral groups for all grades of embryo.

However, the number of grade 2 embryos was significantly lower in the bilateral group compared to the control group. But for blastocyst and grade 1 embryo numbers, the bilateral group had comparable findings to the other two groups.

Based on our results, we speculate that bilaterality doesn’t exert additional damage on ovarian reserve more than unilateral endometrioma does,” wrote the authors.

Read more: https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S2468784720301835

Partner selection ultimately happens in the woman’s reproductive tract

Partner selection ultimately happens in the woman’s reproductive tract

The female reproductive tract has the final say in human mate choice, according to new research from the University of Eastern Finland.

Achieving pregnancy has been shown to be more likely between partners who carry dissimilar human leucocyte antigen (HLA) immune genes.

Accordingly, humans are expected to choose HLA dissimilar reproductive partners.

Earlier studies have demonstrated that HLA dissimilarity preferences are mediated either by body odours or facial preferences.

However, it has been unclear whether HLA-based mating preferences could occur after sexual intercourse in the female reproductive tract. Researchers at the University of Eastern Finland have now shown that the women’s reproductive tract is capable of mediating post-mating sexual selection (known as the “cryptic female choice”) towards the sperm of HLA dissimilar men.

This indicates that the ultimate mating bias towards genetically compatible partners occurs only after mating, at the gamete level.

The researchers conducted two experiments, where they activated sperm from multiple men with follicular fluid (the oocyte surrounding bioactive liquid) or cervical mucus from several different women.

Then they examined sperm motility and other functionally important physiological changes of sperm in all possible male-female combinations. All the participants were also genotyped for their Human Leucocyte Antigen (HLA) class I and II alleles.

In both studies, the results showed that the fertilisation capability and viability of sperm are strongly dependent on the male-female combination.

In other words, women’s reproductive secretions had a stronger effect on the performance of some males than others. Both datasets also showed that the sperm performance was better in HLA dissimilar male-female combinations than in HLA similar males and females.

Together, the results indicate that the fertilisation capability of sperm is dependent on the immunogenetic compatibility of the reproductive partners and that the fusion of the gametes may be a highly selective process.

“These findings can have important implications for a deeper understanding of sexual selection and the fertilisation process in humans and other mammals,” Associate Professor Jukka Kekäläinen from the University of Eastern Finland says.

“Since the gametes of some partners may be immunologically more compatible than others, our results may also open up novel possibilities for the development of more accurate infertility diagnostics,” Annalaura Jokiniemi, MSc, adds.

Source: https://www.sciencedaily.com/releases/2020/08/200819094748.htm

Read more: https://royalsocietypublishing.org/doi/10.1098/rspb.2020.1682

https://www.nature.com/articles/s41437-020-0350-8

New male fertility test offers clarity for couples struggling to conceive

New male fertility test offers clarity for couples struggling to conceive

Infertility affects 10% to 15% of couples globally, and while often viewed as a women’s health problem, men contribute to around half of the cases.

A new male fertility test based on Cornell research could help predict which men might need treatment and which couples might have success with different forms of assisted reproduction.

“The ‘Cap-Score test is designed to provide information on the man’s fertility that they never had before,” said Dr. Alexander Travis, professor of reproductive biology at the Baker Institute for Animal Health and the test’s inventor.

“Now, doctors can discuss these results with the couple, and help them choose the personalized treatment pathway that is right for them to try to get pregnant, including how to improve the man’s fertility.”

The research was published in Reproductive BioMedicine Online. Travis is senior author.

The Cap-Score is a diagnostic test approved for use by medical doctors in all 50 states; the technology has been licensed to Androvia LifeSciences, LLC, a fertility research company co-founded by Travis, its chief science officer, in 2015. Travis holds equity in the company.

Cap-Score quantifies the ability of sperm to undergo a process called “capacitation,” which enables the sperm to fertilize an egg. Only sperm that capacitate are capable of fertilizing. By contrast, traditional male fertility exams rely primarily on semen analysis, which counts sperm and assesses whether they swim and look normal.

“Fertility exists in degrees; as long as a man produces some sperm that swim, he has some level of fertility,” Travis said. “But it is the functional ability of those sperm to fertilize an egg that influences the odds that a couple will become pregnant.”

The new research included prospective clinical pregnancy outcomes data from six fertility clinics. Prospective tests are important when evaluating a new diagnostic procedure because they show the ability to predict what will happen for patients.

Travis said Cap-Score‘s predictive ability “held true across different age ranges for the female partner.” This is important because there are many well-known impacts of maternal age on a couple’s fertility. The new data shows that the man’s fertility plays a key role in whether a couple will be able to conceive, even if they might have delayed having children and are older.

The researchers also compared Cap-Score results from more than 2,000 men having fertility exams at 22 clinics against results from a control group of fertile men with a pregnant partner or young baby. Cap-Scores from the fertile men showed an expected bell-shaped curve. In contrast, the vast majority of men questioning their fertility had scores below the mean of the fertile population.

Additionally, the researchers examined the relationship between traditional semen analysis results and impaired capacitation. “Men are often assumed to be fertile if they have enough normal-looking sperm that swim,” Travis said, “but we found that almost two-thirds of the men who had low Cap-Scores passed the traditional semen analysis.”

Infertility and most male infertility cases remain unexplained due to a lack of diagnostic testing. Not only does this place the onus of expensive and often invasive testing on women, it also may prompt couples to try expensive procedures that might be inappropriate for their situation. The Cap-Score can now provide crucial missing information to help guide their choices.

“Couples and doctors have had to make important decisions about their fertility without all the information they needed. This has caused a lot of anxiety and pain — physically, financially and emotionally,” Travis said.

Using the Cap-Score, doctors and couples can make informed decisions about whether to try to conceive unassisted or choose one of several medical approaches. The results can also be used to identify which men might benefit from treatment to improve their fertility, including changes in lifestyle, nutritional supplements or surgery.

Read more: https://www.rbmojournal.com/article/S1472-6483(20)30162-0/pdf

Coronavirus transmitted to newborn through mother’s placenta

Coronavirus transmitted to newborn through mother’s placenta

Pregnant women infected with COVID-19 may pass on the disease-causing virus to their baby through the placenta, researchers in France suggest.

In their study, published in Nature Communications, the authors describe the case of a newborn child which presented with SARS-CoV-2 infection shortly after birth and subsequently suffered neurological conditions consistent with symptoms seen in adults with COVID-19.

Through analysis of the blood of mother and child as well as placenta and amniotic fluid, they give strong evidence for the virus to have been transmitted by the infected mother through the placenta. Scientists hope that taken together with other case reports, this could give indications for the risk and impact of COVID-19 infections during pregnancy.

‘This case study is indeed an important addition to the existing literature,’ commented Dr Ela Chakkarapani from the University of Bristol, who was not involved in the study. ‘Data to date has been suggesting in utero transmission may be occurring and this study adds data to further support that.’

In March 2020, the pregnant woman was hospitalised in Paris with symptoms of COVID-19 and tested positive for the virus. Despite immediate isolation after being born by caesarean section, the newborn boy developed neurological symptoms quickly – including distress and muscle spasms – which mirrored COVID-19-related effects in adults. With his health improving soon after, the baby and his mother recovered and were discharged from the hospital.

The authors conclude that based on their analysis of blood, amniotic fluid and placenta, transmission of the virus via the placenta was very likely in the reported case. This adds fire to the ongoing medical debate over the likelihood of an elevated risk of coronavirus infection for expectant mothers and their children, especially in the context of placenta-transmitted disease. According to the CDC, the major source of transmission to babies is contact with respiratory droplets from mothers or other caregivers immediately after birth.

‘It remains rare for babies to become infected; in 244 live-born babies of infected mothers in the UK, 95 percent had no sign of the virus, and outcomes are similar to non-infected babies,’ commented Professor Andrew Shennan from King’s College London. ‘This report adds knowledge to a possible mechanism of transfer to the baby, i.e, via the placenta while pregnant, but women can remain reassured that pregnancy is not a significant risk factor for them or their babies with COVID-19.’

Read more: https://www.nature.com/articles/s41467-020-17436-6

Bioengineering repairs uterus resulting in live births in rabbits

Bioengineering repairs uterus resulting in live births in rabbits

Researchers looking for an alternative to uterus transplants successfully restored uterine structure and function in rabbits using bioengineered uterine tissue.

The research, published in Nature Biotechnology, showed that the engineered tissue developed native tissue-like structures and was able to support pregnancies leading to live births.

‘The study shows that engineered uterine tissue is able to support normal pregnancies, and fetal development was normal,’ said author Professor Anthony Atala from the Wake Forest Institute for Regenerative Medicine in North Carolina. ‘With further development, this approach may provide a pathway to pregnancy for women with an abnormal uterus‘.

In the study, 78 rabbits were randomly assigned to four different groups: groups one to three had most of their uterine tissue removed. Group four was a normal control group, where animals underwent a sham surgery but no tissue was removed.

In group one the excision was repaired with a synthetic polymer scaffold containing cells collected from the tissue that was removed; group two underwent repair with the polymer scaffold only; in group three no extra material was added and the remaining edges were stitched together.

The polymer scaffolds degraded after three months. At six months the group that had repair with the scaffold only developed a thin uterine wall, but the group that received the scaffold seeded with cells had developed native tissue-like structures including distinct endometrium and myometrium tissue layers, and were expressing progesterone and oestrogen hormone receptors. The excision-only group formed scar tissue.

The rabbits were mated naturally with fertile males six months after the procedures. Four out of ten rabbits from the tissue-engineered group had normal PREand gave birth to healthy offspring with normal body weights. No fetal development occurred in the scaffold-only or excision-only groups.

‘This is a highly significant finding with great potential for future human application. For women who suffer infertility due to a severely damaged uterus or because of a hysterectomy then adaptations of this approach may well find clinical application,’ said Professor Darren Griffin from the University of Kent, who was not involved in the study.

Uterus transplantation became a viable treatment following the first successful transplant which led to a live birth in 2014. However, this treatment is associated with a range of issues including lack of donors, transplant rejection and the risk of disease transmission. Bioengineered uteri could be an alternative treatment method for women with uterine infertility; however, more preclinical studies need to be carried out before clinical trials can be performed in humans.

Read more: https://www.nature.com/articles/s41587-020-0547-7

Visit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On Linkedin